
*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Jammu Africa | Ismael Lo.
Ήταν 2004 όταν φωτογράφησα αυτό το κορίτσι, σε έναν καταυλισμό προσφύγων στη Μονρόβια, στη Λιβερία της Δυτικής Αφρικής.
Εκεί που οι άνθρωποι βρέθηκαν να σφαγιάζονται για τα διαμάντια- τα γνωστά πια «ματωμένα διαμάντια». Όταν πάτησα το πόδι μου στο αεροδρόμιο της Μονρόβια είχε μόλις επισήμως τελειώσει ο εμφύλιος σπαραγμός κι ο δικτάτορας Charles Taylor είχε εγκαταλείψει τη χώρα.
Μα κυκλοφορούσαν ακόμα χιλιάδες ένοπλοι έτοιμοι να ξαναρχίσουν τις μάχες- έτσι κι αλλιώς ο πόλεμος ήταν το μοναδικό που τους είχαν μάθει να κάνουν.
Δε θυμάμαι αν το παιδί αυτό ήταν μαζί με τους εκτοπισμένους Λιβεριανούς ή αν ανήκε στους πρόσφυγες πολέμου που έφτασαν κυνηγημένοι από τη γειτονική Σιέρα Λεόνε.
Όλα τα πρόσωπα ο πόνος τα κάνει φρικτά ίδια.
Μόνο ένα κορίτσι χαμογέλασε. Έστω για μια στιγμή.
Καθόταν δίπλα από το πηγάδι που τους είχαν ανοίξει οι άνθρωποι του ΟΗΕ για να έχουν πρόσβαση σε νερό.
Στο χέρι της κρατούσε ένα σαλιγκάρι!
Η μικρή ήταν αφοσιωμένη στο περίεργο αυτό πλάσμα.
Μου φάνηκε παράξενο.
Το κοιτούσε επίμονα, έμοιαζε σχεδόν να του μιλά, να μοιράζεται μ’ εκείνο κάποιο μυστικό. Και με μια απαλή, τρυφερή, αέρινη κίνηση του χεριού της, από αυτές που κάνουν μόνο οι καλύτερες μπαλαρίνες του κόσμου, άφησε το σαλιγκάρι δίπλα από την αντλία του νερού για να συνεχίσει το ταξίδι του.
Το κορίτσι γύρισε προς το μέρος μου και χωρίς να της να της πω τίποτα μου χάρισε το πιο αληθινό χαμόγελο που είχα δει ποτέ μου.
Από τότε έχω την φωτογραφία της και αυτήν αντικρίζω κάθε μέρα όταν ανοίγω τον υπολογιστή μου για να γράψω.
Δε ξέρω το όνομά της.
Δε ξέρω την ηλικία της, την ιστορίας της.
Και μάλλον δε θα τα μάθω ποτέ.
Αλλά όλα όσα θα ήθελα στ’ αλήθεια να ξέρω στη ζωή, τα βρήκα στο χαμόγελό της.






