10. Σκουριάζω

Share on facebook
Facebook
Share on google
Google+
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Phantasmagoria In Two | Tim Buckley

Κανείς δε μπορεί να τα βάλει με τον χρόνο.

Ούτε ο ίδιος ο χρόνος ,ως κατασκεύασμα μέτρησης, απέναντι στον πραγματικό χρόνο.

Πόσο μάλλον η αφεντιά μου. Ή εσείς που διαβάζετε τώρα την ιστορία μου.

Δεν ξέρω αν νιώθετε τόσο μόνοι όπως εγώ.

Δεν ξέρω αν η μοναξιά είναι ο μοναδικός σας σύντροφος, η μοναδική πραγματικότητα. Δεν ξέρω αν καν καταλαβαίνετε τι θα πει μοναξιά, αν νιώθετε τι λέω. Δεν ξέρω αν κατά βάθος είστε μόνο… μόνοι και τίποτα άλλο. Κανείς δεν το περιμένει πως κάποτε θα ‘ρθει η μέρα που θα είναι απελπιστικά μονάχος. Όχι , γιατί το επέλεξε εκείνος, όχι γιατί θέλει να στοχαστεί, να απομονωθεί , να επικοινωνήσει με τον εαυτό του, αλλά γιατί έτσι συνέβη. Γιατί δεν υπάρχει κανείς να σε αναζητήσει. Κανείς να ενδιαφερθεί.

Όλοι πιστεύουν πως θα γλιτώσουν , θα ξεγλιστρήσουν, θα βρουν τον τρόπο να κοροϊδέψουν τη μοναξιά- αν χρειαστεί να το κάνουν… γιατί μπορεί και να μη χρειαστεί.

Η αλήθεια είναι πως όταν είσαι νέος δεν σκέφτεσαι το μετά, δεν σκέφτεσαι τα γηρατειά. Το απωθείς από την σκέψη σου για χρόνια. Πιστεύεις πως είναι σαν το θάνατο. Ένα κεφάλαιο που αφορά του άλλους, του γέρους, του ξεπεσμένους, τους άρρωστους, του ξεχαρβαλωμένους κι όχι εσένα. Νομίζεις απατηλά πως οι κοινωνικές συναναστροφές, ο αναγκαστικός συγχρωτισμός της νιότης θα σε ακολουθεί για πάντα.

Μα κάποτε ξαφνικά καταλαβαίνεις πως δεν είσαι χρήσιμος, πως κανείς δε θ’ αποζητήσει την παρουσία σου, πως εκείνοι θα συνεχίζουν μακάριοι τη ζωή τους , χωρίς να λογαριάζουν αν υπάρχεις ή δεν υπάρχεις.

Κι είναι τραγικό, γιατί η ζωή συνεχίζεται. Συνεχίζεται με ή χωρίς εσένα. Πως είναι δυνατόν αυτό να συμβαίνει; Και συμβαίνει. Μόνο αυτό συμβαίνει. Κάθε μέρα, κάθε αιώνα, κάθε στιγμή.

Δε θέλω να σας ψυχοπλακώσω με τα δικά μου, αρκετά θα έχετε κι εσείς στην προσωπική σας ζωή. Σας φτάνουν και σας περισσεύουν. «Πρέπει να κάτσουμε ν’ ακούσουμε μια ανυπόφορη γριά να λέει τον καημό της;», θα μπορούσατε δικαιολογημένα να σκεφτείτε. Και ήδη το ‘χετε κάνει κάποιοι από εσάς. Σας καταλαβαίνω. Δεν παρεξηγώ. Αν κι εμένα κάποτε μου μιλούσαν για τους απόμαχους, του κουρασμένους, τους πεσόντες σε αχρηστία θα έλεγα ένα γλυκό ευγενικό λόγο και θα συνέχιζα τον δρόμο μου – αλλά από μέσα μου δεν θα ένιωθα κάτι βαθύτερο από αυτή την επιφανειακή , σαν υποχρέωση, λύπηση. Θα πρόσφερα ένα μικρό κομμάτι οίκτου και θα προχωρούσα.

Μπορεί να έφτιαχνα – αν είχα διάθεση, χρόνο και καθήκον– μια παγκόσμια μέρα , μια επέτειο, ένα κατιτίς που θα δώριζε την καλοσύνη μου οργανωμένα και χωρίς να μπορεί κανείς να μου πει πως δεν ενδιαφέρθηκα- ούτε καν ο εαυτός μου. Αλλά δε θα έκανα κάτι άλλο. Γιατί έτσι είναι η ζωή. Ανήκει σε όσους μπορούν – για όσο μπορούν.

Σταματάω, σταματάω! Σας κούρασα, το ξέρω! Δε λέω τίποτα άλλο! Μη φύγετε! Μην αλλάξτε σελίδα, μην πάτε σε άλλο κείμενο, σε άλλο βιβλίο. Μη με παρατήσετε – πάλι.

Θα σας πω αμέσως την ωραία μου ιστορία. Γι’ αυτό υπάρχουμε άλλωστε εμείς, για να λέμε τουλάχιστον τις ιστορίες μας. Και να τις ακούτε εσείς – στον εαυτό μας τις έχουμε πει αμέτρητες φορές. Αναγκάζομαι να φτιάχνω παραλλαγές για να μην τις βαρεθώ στις εσωτερικές μου διηγήσεις. Για να συνεχίσω να με κοροϊδεύω με την ανάμνηση…

Κάποτε, λοιπόν, ήμουν νέα, νέα και όμορφη.

Αχ, τα θυμάμαι τα νιάτα μου… Αναπολώ εκείνα τα χρόνια. Ωχ… τι μ’ έπιασε..; Ξαφνικά ντρέπομαι να σας πως τις ιστορίες μου… Ενώ τόσο πολύ ήθελα να τις μοιραστώ, τώρα κάτι έγινε και… Καλά εντάξει… εντάξει… Πάντως μην πείτε πως είμαι ωραιοπαθής! Μην το πείτε, αλλά είναι σαν να βλέπω μπροστά μου, σαν να ξαναζώ εκείνη την στιγμή, εκείνη την χαρακτηριστική περίπτωση ενθουσιασμού για τη μαγεία της νιότης. Ήταν μια φορά που κλεφτά  είδα το είδωλό μου να καθρεφτίζεται σ’ ένα τζάμι ακριβώς απέναντι. Και τότε ένιωσα την ομορφιά μου. Είπα από μέσα μου «είσαι όμορφη». Και δεν ήμουν πιο όμορφη από κάποιαν άλλη, δεν υπήρχε σύγκριση. Απλώς ήμουν όμορφη.

Κάπου εκεί χρονικά μπορώ να προσδιορίσω την πρώτη του επίσκεψη.

Αμέσως κατάλαβα πως με κοιτούσε. Ξανάρθε στο μαγαζί. Ξανάρθε για μένα. Αυτή την φορά ήταν λίγο πιο εκδηλωτικός. Ξέρω πως ρώτησε για μένα. Χρειάστηκε να περάσει τρεις φορές για να κάνει την κίνησή του. Και την έκανε. Και ήμασταν πια μαζί.

Και τότε βρέθηκα στον Παράδεισο!

Βόλτες ατέλειωτες!  Ήμασταν μαζί από νωρίς το πρωί μέχρι να δύσει ο ήλιος. Θυμάμαι εκείνα τα σαββατοκύριακα, τα μεσημέρια,  τις τεμπέλικες καλοκαιρινές βραδιές… Παίρναμε τους δρόμους και χανόμασταν. Εξοχές, πόλεις, άσφαλτοι και χωματόδρομοι, ακροθαλασσιές, βουνά με αιωνόβια δέντρα που μοσχομύριζαν ζωή, ρομαντικές γωνιές σε κρυμμένες γειτονιές και πάντα καθαροί καταγάλανοι ουρανοί, παντοτινές λιακάδες.

Πήγαμε παντού, πάντοτε μαζί, εκείνος κι εγώ. Ήμασταν αχώριστοι, με πρόσεχε, με φρόντιζε, με περιποιούνταν. Μου αγόραζε πράγματα, χωρίς να του ‘χω ζητήσω απολύτως τίποτα. Με κοιτούσε με καμάρι και η λάμψη απ’ τα λαμπερά μου λούσα αντανακλούσε στο ευτυχισμένο πρόσωπό του. Με ‘κανε να νιώθω ξεχωριστή. Με ‘κανε να νιώθω δυνατή, χρήσιμη. Κι εκείνος… Αχ, εκείνος ήταν όλη μου η ζωή.

Με πήγαινε ακόμα και στον γιατρό όταν άρχισα να αντιμετωπίζω κάποια μικρά προβλήματα. « Δεν είμαι για πολλά πολλά… επισκευή και πέταμα» , έλεγα από μέσα μου και γελούσα , με μια μικρή δόση πικρού αυτοσαρκασμού. Κι εκείνος, πάλι χωρίς να του το ζητήσω, χωρίς να διστάσει στιγμή μου απαντούσε δυνατά « Είσαι μια κούκλα… Μια κούκλα…». Κι όταν δεν μου το ‘λεγε και πάλι το ένιωθα. Είναι πιο σημαντικό, είναι πολύτιμο να το νιώθεις. Να ξέρεις πάντοτε πως είσαι επιθυμητή, ερωτεύσιμη και ανά πάσα ώρα ποθητή. Με λάτρευε και τον λάτρευα.

Νόμιζα πως θα γερνούσαμε παρέα.

Νόμιζα.

Μα μια μέρα με παράτησε. Έτσι ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση. Απότομα ξέκοψε από μένα, διέλυσε την σχέση μας, εξαφανίστηκε χωρίς να ξέρω το γιατί. Με βαρέθηκε, μου θύμωσε…; Δεν ξέρω… Τον συνάντησα κάποιες φορές από μακριά, είδα την φιγούρα του να ξεπροβάλει στο βάθος, αλλά δε μου ‘ριξε ούτε μια ματιά, σαν να μην υπήρχα. Ή σαν να του είχα κάνει κακό. Σαν να έφταιγα εγώ για κάτι. Πίστευα όμως πως θα επέστρεφε, πως με είχε αφήσει για λίγο στη μοναξιά μου , για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα και με την δική του μοναξιά. Μα δεν επέστεφε. Κατάλαβα πως δεν ήταν καλά. Ήξερα πως έκλαιγε. Πως πονούσε.

Τον είχα ακούσει να κλαίει, πίσω στη μικρή λίμνη του κήπου.

Μα ό,τι κι αν συνέβαινε θα μπορούσε να με πάρει μαζί του, να φύγουμε για λίγο, να ξεχαστεί.

« Εκεί είναι οι δρόμοι! Δεν έφυγαν! Μας περιμένουν! Ό,τι κι αν σου συμβαίνει καλέ μου, ο δρόμος είναι γιατρειά… Ο ήλιος δεν άλλαξε, τα σύννεφα ακόμα παίζουν μαζί του… Θυμάσαι όταν καθόμασταν στα βράχια , θυμάσαι που ακούγαμε το νερό να χαϊδεύει την πέτρα; Άκου…. Άκου τη θάλασσα… Την ακούς; Εκεί βρίσκεται ακόμα… Εκεί για πάντα…».

Κι έτσι πέρασαν τα χρόνια- πάντοτε περνούν.

Κι έμεινα μόνη. Έμεινα να σκουριάζω. Δεν αναγνωρίζω καν το σώμα μου. Δεν είναι δικό μου, όχι! Δεν ήμουν έτσι εγώ… δεν μου ανήκει… ποιος σκαρώνει αυτή την φάρσα; Γιατί ; Γιατί;       

Έμεινα εδώ καθηλωμένη. Στην ακινησία μου. Και το ξέρω πως τώρα θα μου πείτε «Πως είναι δυνατόν να αφέθηκες έτσι; Γιατί δεν έκανες κάτι… κάτι δραστικό , κάτι που να ταρακουνούσε εκείνον, έστω εσένα… γιατί το έκανες αυτό στον εαυτό σου… γιατί σε παράτησες στη λησμονιά… στην σκουριά… γιατί;».              

Θα ‘χετε όλο το δίκιο με το μέρος σας να υποστηρίζετε κάτι τέτοιο. Αλλά δε μπορούσα να καταφέρω και πολλά. Πόσα μπορεί να κάνει ένα απλό πλάσμα, όπως εγώ;

Πόσα μπορεί να κάνει ένα ποδήλατο;

Είμαι ένα μπορντό ποδήλατο που σκουριάζω στην αποθήκη. Ένα ποδήλατο που σκουριάζω ξεχασμένο. Κάποτε όταν με αγόρασε από το κατάστημα με την μεγάλη βιτρίνα είχα ένα αγωνιστικό τιμόνι, αλλά μου το άλλαξε, γιατί πίστευε πως μου ταίριαζε περισσότερο ένα άλλο, τον βόλευε κι εκείνον. Είχα μια σχάρα που έβαζε την εφημερίδα και το βιβλίο του, ένα κελαηδιστό μεταλλικό κουδούνι με διαπεραστικό ήχο, μια αστεία μαύρη κόρνα κι ένα λευκό καλαθάκι, που εδώ και χρόνια βρίσκεται πεταμένο, χτυπημένο και σκονισμένο απέναντί μου, στο ξύλινο ράφι με τις παρατημένες μισοτελειωμένες κατασκευές.

Είμαι ένα ποδήλατο που κάποτε διέσχισε, μ’ εκείνον αναβάτη, όλους του δρόμους, όλα τα μονοπάτια και μοιράστηκε ευτυχία με καθετί που συνάντησε. Κάθε Παρασκευή απόγευμα με έπλενε με μια λεκάνη νερό κι ένα ύφασμα ,που το άγγιγμά του με γαργαλούσε κι εγώ γελούσα. Κι εκείνος το ήξερε. Ήξερε πως ήμουν ευτυχισμένη, γιατί μου μιλούσε. Καθώς με γυάλιζε και φρόντιζε την σαμπρέλα μου, μου ψιθύριζε τις περιπέτειες που είχε καταστρώσει για μας τους δυο.

«Αύριο, μικρή μου, θα ξεκινήσουμε νωρίς το πρωί, θα βάλουμε το φαγητό στο καλάθι μας, θα γεμίσουμε με νερό το παγούρι και θ’ ακολουθήσουμε τον παραλιακό δρόμο. Θα πάμε όλο παραλία… Θα μαζέψουμε βότσαλα, για να τα ζωγραφίσουμε μετά και να τα βάλουμε στο τζάκι… και θα επιστρέψουμε από μέσα, από τον κεντρικό δρόμο, για να βρούμε και μικρά ξυλαράκια στο δάσος.   Ε, πως σου φαίνεται; Καλό;».

Κι όσο μου μιλούσε, τόση περισσότερη ζωή μου χάριζε.

Κι έτσι Σάββατο πρωί με λαχτάρα ξεκινούσαμε τις βόλτες. Εκείνος ήταν από μικρός ποδηλάτης και ήξερε να εκτιμά τις στιγμές που μοιραζόταν με το ποδήλατό του. Κι ήμουν εγώ το ποδήλατό του. Η παρέα του , ο καλύτερός του φίλος στον κόσμο.

Ήμουν.

Τώρα είμαι ένα ποδήλατο που απροειδοποίητα μια μέρα βρέθηκα σ’ αυτή το σκοτεινό δωμάτιο.

Τα λάστιχά μου είχαν φθαρεί, αλλά αυτό δεν ήταν δικαιολογία, θα μπορούσε να τ’ αλλάξει. Η αλυσίδα μου ήταν πάντοτε λαδωμένη και ποτέ μα ποτέ δεν τον πρόδωσα στις ανηφόρες. Η ψυχή μου ήταν μαζί του σε κάθε ορθοπεταλιά. Κι όταν κόβαμε τον αέρα, όπως το μαχαίρι το βούτυρο, σ’ εκείνες τις ονειρεμένες κατηφόρες, τότε ξέραμε κι δυο πως υπάρχουμε ο ένας για τον άλλον.

Κι όμως έμεινα εδώ. Έμεινα στο παράπονο, στη λησμονιά. Εδώ που δεν υπάρχει ζωή. Δεν υπάρχει φως, όλα είναι σκοτεινά, σαν τα γεράματα. Όλα είναι ίδια μες το απόλυτο σκοτάδι. Δεν υπάρχουν καν ήχοι. Μέχρι πρότινος ακούγονταν αυτοκίνητα, κοκόρια που λαλούσαν, μουσικές από κάποια γιορτή, παιδιά που έπαιζαν, άνθρωποι που περνούσαν και συζητούσαν έξω από το σπίτι, από την υπόγεια αποθήκη του εγκλεισμού μου. Μα πια για μένα οι ήχοι τους έχουν χαθεί. Έσβησαν μέσα στον μαρασμό μου.

Τι μπορεί να κάνει ένα ποδήλατο κλειδωμένο μέσα σ’ ένα δωμάτιο; Εγώ θα σας πω… Ούτε ν’ αυτοκτονήσει δεν μπορεί. Το ποδήλατο είναι καταδικασμένο να υπομένει το μαρτύριο του. Και δεν έχει άλλη λύση, παρά το όνειρο. Αυτό μου απέμεινε. Να ονειρεύομαι. Δε μπορώ να κάνω τίποτα άλλο σ’ αυτή τη φυλακή.

 Ονειρεύομαι.

Είμαι ένα ποδήλατο που ονειρεύεται μια μέρα να το κλέψουν.  Δεν έχω άλλη διαφυγή. Δεν ελπίζω πια να ξαναρθεί εκείνος. Πάει καιρός που δεν ακούω πια τη φωνή του. Ούτε καν τα βήματά του, ούτε το κλάμα του στο πίσω μέρος του κήπου. Δεν ελπίζω σε κείνον. Ελπίζω σε κάποιον κλέφτη. Ναι! Ελπίζω σε κάποιον που θα με ξαναδεί συνωμοτικά – όπως εκείνος τότε στην βιτρίνα του καταστήματος ποδηλάτων – και θα με κλέψει. Θα με δει; Πώς να με δει εδώ; Κι αν με δει… τι να ζηλέψει από ένα σκουριασμένο ποδήλατο; Δεν φαίνεται πια το χρώμα μου, είναι σχεδόν μαύρο , σαν του θανάτου. Και ιστοί αράχνης μ’ έχουν αγκαλιάσει για να μην κρυώνω, τώρα που αρρωσταίνω και ψυχορραγώ.

Γιατί κάποιος να με κλέψει; Είμαι σίγουρη πως εκεί στον κόσμο, στους δρόμους, στη λιακάδα, υπάρχουν αμέτρητα ποδήλατα. Όμορφα, περήφανα και νέα! Ποδήλατα με καλαθάκια όλων των μεγεθών, με ταχύτητες, με πεντάλ που φωσφορίζουν, λαμπάκια και κόρνες, με αναπαυτικά καθίσματα, δερμάτινα χερούλια, ποδήλατα φρεσκοπλυμένα, με χρώματα φαντεζί, εύρωστα κι ευλύγιστα που σπάνε στη μέση , που διπλώνουν, που χωράνε σε τραίνα, σε μικρά γεφυράκια και καρότσες αυτοκινήτων, ποδήλατα που ζουν και αγνοούν την ύπαρξή μου, γιατί ποτέ δεν φαντάστηκαν πως υπάρχουν αποθήκες. Αποθήκες με αράχνες, με υγρασία , θλίψη και γερασμένα ποδήλατα.

Γιατί κάποιος να με κλέψει;

Ίσως πάρει κάποια εργαλεία που υπάρχουν πεταμένα απέναντί μου. Κάποια κομμάτια σίδερο μπορεί να του φανούν χρήσιμα. Αλλά εγώ θα του είμαι βάρος. Δε μπορεί να με πάρει και να φύγει. Πρέπει να με φροντίσει πρώτα, να μου ξαναδώσει ζωή. Πρέπει να με κλέψει κάποιος και συγχρόνως να με αγαπήσει. Ποιος κλέφτης θα το ‘κανε αυτό;

—————————————————————————————————————————-

Η πόρτα άνοιξε.

Μπήκε φως. Είχα ξεχάσει πως είναι το φως.

Άκουσα ανθρώπινες φωνές. Νευρικές όπως πάντα.

  • Αυτή είναι η αποθήκη του. Για κοιτάξτε…

Δύο γεροδεμένοι άνδρες μπήκαν στη φυλακή μου. Κοίταξαν τριγύρω.

  • Βρωμάει κλεισούρα…
  • Κάτι χρόνια θα ‘χε να μπει εδώ μέσα…
  • Βλέπεις τίποτα;
  • Μπα…

«Εδώ , εδώ είμαι! Ένα ποδήλατο! Κοιτάξτε στα δεξιά σας! Είμαι ένα μπορντό ποδήλατο! Δίπλα στην κατεστραμμένη σιφονιέρα!»

  • Θα χει ποντίκια εδώ μέσα…
  • Χάλια… Δε πάω πιο πέρα, άστο…
  • Έτσι κι αλλιώς δε νομίζω να βρούμε κάτι της προκοπής… Ας τα κοιτάξουν οι συγγενείς του.
  • Και φαντάσου να ‘χε τίποτα καλό κρυμμένο ο μακαρίτης…
  • Τι να ‘χε μωρέ; Μπατίρης ήταν… Δεν είδες που το σπίτι ήταν της κακιάς ώρας; Μόνο η λιμνούλα πίσω ήταν ωραία…
  • Την κάνουμε;
  • Πάμε , έχει πολύ κουβάλημα ακόμα…

Έφυγαν. Αλλά μέσα στην βιασύνη και την αποστροφή τους για το θέαμα και τις οσμές που συνάντησαν στην αποθήκη, άφησαν κατά λάθος την πόρτα μισάνοιχτη. Ίσως κάποιος άλλος να έμπαινε… Ίσως κάποιος που θα μου έδινε σημασία… Περίμενα.

Ξανά περίμενα.

Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, είδα και πάλι εκείνο το μαγικό φως ν’ αλλάζει. Το μεσημέρι , να γίνεται απόγευμα και μετά νύχτα. Αλλά το σκοτάδι της νύχτας να είναι διαφορετικό από το σκοτάδι της φυλακής μου. Πιο φωτεινό , πιο ζωντανό. Άκουσα ξανά τους ήχους της γειτονιάς. Πήρα θάρρος, γιατί είχα χαθεί μέσα στην σιωπή μου, μέσα στους εκκωφαντικούς θορύβους της επίμονης καταναγκαστικής αναπόλησης μου.

Ποτέ δεν πρέπει να αφήνεις ανθρώπους- και ποδήλατα- της ηλικίας μου μόνους με την σκέψεις τους. Ποτέ.

Την επόμενη μέρα η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Το φως χύθηκε σε κάθε γωνιά της ζοφερής μου κατοικίας.

  • Μη μπαίνεις μέσα, είναι βρώμικα. Κάτσε εκεί , έρχομαι σε λίγο.

Ένας άνδρας, σήκωσε τα μανίκια του μπουφάν του κι άρχισε να ψάχνει μέσα στην αποθήκη. Είχε φορέσει πλαστικά γάντια, για να μη λερωθούν τα χέρια του και κρατούσε κι έναν φακό για να βλέπει καλύτερα. « Εδώ, εδώ ! Είμαι ένα μπορντό ποδηλ…» Με προσπέρασε, σαν να μην υπήρχα. Πήγε προς τα ξύλινα ράφια. Κουνούσε τα κουτάκια να δει αν υπήρχε κάτι μέσα.

  • Μόνο βίδες έχει εδώ πέρα; είπε απαξιωτικά για τις βίδες, χωρίς να ξέρεις πως κάποτε ,σ’ ένα ασανσέρ, μία τέτοια βίδα του είχε σώσει τη ζωή.

Μετά άρχισε ν’ ανοίγει τις μεγάλες βαλίτσες

  • Τι χάλι είναι αυτό εδώ μέσα…;

 Εκείνη την στιγμή μια σκιά πλησίασε την πόρτα. Ήταν η σκιά ενός μικρού ανθρώπου.

Έμοιαζαν αργές και προσεκτικές οι κινήσεις του. Σαν ένα πλάσμα που παρακολουθεί, που παραμονεύει… Ο μικρός άνθρωπος πλησίασε δειλά το κατώφλι της πόρτας. Άκουσα την ανάσα του. Και ξαφνικά είδα το πρόσωπό του. Ήταν το πρόσωπο ενός μικρού παιδιού.

  • Σου είπα να κάτσεις έξω, δε μ’ άκουσες;

Ο άνδρας με τα σηκωμένα μανίκια και τα πλαστικά γάντια μίλησε απότομα στο παιδί.

Μα σε λίγο το κεφάλι του μικρού πρόβαλε ξανά στην πόρτα της αποθήκης. Τίποτα δε  μπορεί να σταθεί εμπόδιο ανάμεσα στην δίψα του θαλασσοπόρου για νέα ταξίδια, στο πάθος του ερωτευμένου για δυο μάτια , στην περιέργεια ενός παιδιού ν’ ανακαλύψει τον κόσμο. Ακόμα και τον δικό μου κόσμο, τον σκοτεινό.

Θα σας φανεί παράξενο, μα αμέσως κατάλαβα πως το παιδί κοιτούσε εμένα. Σαν να ήξερε πως βρισκόμουν εκεί. Τα βλέμμα των παιδιών έχει μια καταπληκτική μαγική ικανότητα να ξεχωρίζει αμέσως οτιδήποτε τους μοιάζει, ό,τι είναι αληθινό και θέλει να ζήσει.

Μέσα σε αμέτρητες σκονισμένες λεπτομέρειες, γωνιές και μυστικά  μια άγνωστης αποθήκης, το μικρό αγόρι είχε δει αμέσως το ποδήλατο. Δε χρειάστηκε να του φωνάξω, να του δηλώσω την παρουσία μου. Λες και κουβαλούσε μέσα του την πληροφορία της ύπαρξής μου.

  • Δε μ’ ακούς; Τσάμπα μιλάω; Δε σου είπα να μείνεις έξω; Είναι βρώμικα εδώ, δεν είναι για παιδιά! Θα ψάξει λίγο ο μπαμπάς μήπως βρει κάτι σημαντικό, πριν γκρεμίσουν το σπίτι και μετά θα φύγουμε και θα πάμε με τη μαμά για φαγητό, εντάξει;

Ο μικρός δεν απάντησε. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα σε μένα.

  • Τι κοιτάς; Αααα, το ποδήλατο κοιτάς;

Κούνησε καταφατικά το μικρό κεφαλάκι του.

  • Άστο αυτό είναι παλιό. Θα ήταν του θείου…

«Γιατί να με αφήσει; Όχι, να μη με αφήσει! Είμαι ένα μπορντό ποδήλατο και ονειρεύομαι τους δρόμους και τους ουρανούς! Μη αφήσετε πάλι εδώ! Όχι!»

Το αγόρι μπήκε ακόμα πιο αποφασισμένο στην αποθήκη.

Πρόσεχε που πατάς! του είπε ο πατέρας του, συνειδητοποιώντας πως δεν είχε καμία ελπίδα να κρατήσει το παιδί μακριά.

Εκείνο στάθηκε απέναντί μου. Ακούμπησε απαλά με το δάχτυλό του την σέλα μου. Και μετά το κουδούνι μου.

  • Μη το πιάνεις, είναι βρώμικο! Φώναξε ξανά ο μπαμπάς του, καθώς ανακάτευε τις βαλίτσες με τα ρούχα. Μόλις είχε βρει καταχωνιασμένο, ανάμεσα σε σκοροφαγωμένα πουλόβερ, ένα φάκελο με παλιές φωτογραφίες. Πήγε προς την πόρτα για να τις δει πιο καθαρά.

«Έλα , μικρέ μου, μη με φοβάσαι. Είμαι ένα μπορντό ποδήλατο και μπορώ να γίνω δικό σου. Θα είμαι ο καλύτερος φίλος σου. Θα παίζουμε μαζί, θα δούμε τις ωραιότερες θέες που μπορείς να φανταστείς, ο αέρας θα τυλίγει το πρόσωπό σου, η μυρωδιά του πεύκου , η μελωδία των κυμάτων. Μαζί θα φτιάξουμε τις αναμνήσεις σου. Κι όταν μεγαλώσεις κι αρχίσουν οι έγνοιες , τότε πάλι θα φεύγουμε παρέα. Θα πηγαίνουμε για ψάρεμα στην όχθη, θα μας φιλοξενεί ο ουρανός και τ’ αστέρια του. Κι όλα θα είναι καλύτερα, όλα θα είναι όπως τα ονειρεύτηκες».

Με άκουγε. Το ξέρω πως με άκουγε. Γιατί δεν έφευγε στιγμή από δίπλα μου.

  • Μα σου είπα να μην το αγγίζεις! Δε βλέπεις πως έχει αράχνες πάνω του; Θέλεις να σε τσιμπήσει κάποια αράχνη; Θέλεις; Και μετά να σε πάω στον γιατρό για ένεση και να πονάς και να κλαις; Αυτό θέλεις;

Ακόμα και τις αράχνες επιστράτευσε ο μεγάλος άνθρωπος για να τα βάλει με την αφοβιά του μικρού ανθρώπου.

«Δεν υπάρχουν αράχνες, μην το ακούς! Ακόμα κι εκείνες με παράτησαν! Μην ακούς κανέναν, μικρές μου! Κανέναν!»

Ο πατέρας κινήθηκε ξανά προς την πόρτα για να κοιτάξει τις φωτογραφίες. Ξαφνικά έδειχνε συγκινημένος. Μπορεί και να έκλαιγε. Ναι, έκλαιγε. Τον ξέρω τον ήχο των δακρύων. Θυμάμαι όταν κάποτε τα δάκρυά του έπεφταν στη λίμνη. Θυμάμαι τον λυγμό του. Και την απελπισία του. Ο άνδρας σκούπισε τα μάτια του με ένα χαρτομάντιλο. Φύσηξε τη μύτη του και πλησίασε το αγόρι.

  • Σου αρέσει τόσο πολύ;

Ο μικρός ξανά καταφατικά το κεφάλι του.

  • Τι σου αρέσει από δαύτο; Ένα σκουριασμένο γκρι… καφετί ποδήλατο είναι…

«Μπορντό είμαι! Μπορντό!»

  • Είπαμε, αν είσαι καλό παιδί, κάποια στιγμή θα σου πάρω καινούριο ποδήλατο. Άστο αυτό… Είναι παλιό, είναι βρώμικο και… και είναι πολύ μεγάλο για σένα. Δεν το βλέπεις; Είναι για μεγάλα παιδιά!
  • Κι εγώ μεγάλο παιδί είμαι!
  • Για ακόμα πιο μεγάλα!
  • Δηλαδή πόσο μεγάλα; Πιο πάνω κι από δέκα;
  • Φυσικά και πιο πάνω κι από δέκα! Για παιδιά που πηγαίνουν στο γυμνάσιο! Τόσο μεγάλα…
  • Πιο μεγάλα κι από δεκαπέντε;
  • Έχεις ακόμα πολύ καιρό μπροστά σου! Αφού δεν φτάνεις καλά τα πετάλια! Πρέπει να μεγαλώσεις. Αργείς ακόμα για τέτοιο ποδήλατο!

«Μην τον ακούς , μην το ακούς! Όχι! Θα μεγαλώσεις, μικρέ μου…  Δεν ξέρεις πόσο γρήγορα θα μεγαλώσεις. Κανείς δε ξέρει πόσο γρήγορα περνά ο καιρός… Πίστεψέ με, θα μεγαλώσεις… πίστεψέ με… σε παρακαλώ… πίστεψέ με…»

Το αγόρι έμεινε να με κοιτάζει. Δύσπιστο απέναντι στις λογικές εξηγήσεις των μεγάλων.

  • Έλα πάμε. Και θα το ξανασκεφτούμε. Θα το συζητήσουμε στον δρόμο.

«Μη μ’ αφήνεις , σε παρακαλώ… μη μ’ εγκαταλείπεις…»

  • Πάμε και θα δούμε. Εντάξει;

«Αν υπάρχει κάποιος να σώσει αυτό τον κόσμο…. είναι ένα παιδί. Όχι όταν μεγαλώσει. Σήμερα. Τώρα.»

  • Έλα, αργήσαμε και θα μας μαλώσει η μαμά…

Η πόρτα έκλεισε. Ξανά σκοτάδι. Εκείνο το ανατριχιαστικά αφιλόξενο, γνώριμο σκοτάδι.

Εκείνη η θλιβερή σιωπή. Οι άνθρωποι γερνούν, τα ποδήλατα σκουριάζουν. Ποιος μπορεί να ζηλέψει έναν γέρο, ποιος μπορεί να κλέψει ένα παλιό ποδήλατο; Ποιος μπορεί ν’ αγαπήσει αληθινά;

—————————————————————————————————————————-

Η πόρτα της αποθήκης άνοιξε ξανά.

Η σκιά ενός μικρού ανθρώπου σχηματίστηκε στο τελευταίο τσιμεντένιο σκαλοπάτι. 

Το ήξερα. Αλήθεια, το ήξερα πως θα επέστρεφε.

Κι επέστρεψε.

Για μένα.

Share this post

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on email

More to explorer

12. Ο Γύρος Του Κόσμου

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Who Wants To Live Forever | Queen «Θέλω να κάνω τον γύρο του κόσμου», είπε

Read More »

11. Μια Ύποπτη Τσάντα

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Going to A Town | Rufus Wainwright Τον παρακολουθούσα καιρό τώρα. Μπαινόβγαινε καθημερινά στη μεγάλη

Read More »

9. Ο Κήπος

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Life | Ludovico Einaudi Άνοιξα τα μάτια μου. Το κατάφερα με πολύ κόπο. Ήθελα να

Read More »

8. Ένα Μικρό Ψέμα

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Day Is Done | Nick Drake Με λένε «Καλά είμαι, δεν έχω τίποτα…». Ναι, αυτό

Read More »

5. Ούτε Ένα Δάκρυ

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Nocturne op.37 No1 in G Minor | F.Chopin Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος , με μια

Read More »

© All rights reserved | Made by Elena Kardamitsi