11. Μια Ύποπτη Τσάντα

Share on facebook
Facebook
Share on google
Google+
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Going to A Town | Rufus Wainwright

Τον παρακολουθούσα καιρό τώρα.

Μπαινόβγαινε καθημερινά στη μεγάλη αίθουσα που βρίσκονταν τα γραφεία μας. Δεν πολύ-δίνω σημασία σε άγνωστα πρόσωπα, σε περαστικούς, έτσι κι αλλιώς είναι πολλοί εκείνοι που για κάποιο λόγο τριγυρνούν όλη μέρα ανάμεσά μας και μου είναι όλοι τους αδιάφοροι. Κάτι υπάλληλοι είναι, με αδιάφορες ζωές και κανείς τους δε μπορεί να μου φανεί χρήσιμος σε κάτι.

Συνήθως είμαι απορροφημένος στην μεγάλη οθόνη του υπολογιστή μου ή στις σημειώσεις που κρατάω, μιλώντας στο τηλέφωνο. Έχει ένταση η δουλειά μου και τώρα τελευταία είμαι ακόμα πιο πιεσμένος από τον διευθυντή του τμήματός. Τον αντιπαθώ, αλλά ξέρω πως μόλις γίνω εγώ διευθυντής είναι πιθανό να είμαι ακόμα πιο σκληρός. Έχουμε κάνει μεγάλα ανοίγματα κι αυτό απαιτεί περισσότερη πειθαρχία απ’ όλους μας.

Έτσι λειτουργεί το σύστημα.

Στα διαλείμματα, κατεβαίνω στον περίβολο για τσιγάρο- δεν κάπνιζα, έμαθα να καπνίζω για να γεμίζω τον αμήχανο χρόνο του διαλείμματος- και για κουτσομπολιό με τα υπόλοιπα παιδιά. Εκεί συναντάμε εργαζόμενους κι από άλλες εταιρίες, ανοίγουμε κουβέντα, κάνουμε φιγούρα για το τι έχουμε ζήσει- συνήθως εντυπωσιάζονται με τις διηγήσεις μου από την εποχή που έμενα στο Άμστερνταμ- ή πιο σπάνια αποφασίζουμε να μιλήσουμε ειλικρινά για τα προβλήματά μας , αλλά με τον πιο κοινότοπο τρόπο. Ξέρω από πριν τι θα μου πουν, τι είδους αστεία θα κάνουν για τα αφεντικά και πόσο προβλέψιμα θα λήξει η κουβέντα. Το ίδιο ισχύει και για εκείνους. Δεν ξεφεύγω φυσικά ούτε κι εγώ από τον κανόνα της αέναης κοινωνικής επανάληψης. Κανείς δε μπαίνει στον κόπο ν’ αλλάξει κάτι.

Δε θυμάμαι ποια μέρα ακριβώς τον πρόσεξα για πρώτη φορά. Πρέπει να ήταν μάλλον εκείνη η Παρασκευή που δεν έλεγε να τελειώσει με τίποτα. Μια Παρασκευή του Νοέμβρη γεμάτη αναμονές. Όλα ήταν εκκρεμή, δεν είχα απάντηση σε κανένα ζήτημα απ’ όσα περίμενα από νωρίς το πρωί. Το τηλέφωνο ξαφνικά δεν χτυπούσε, έκανα  μηχανικά επαναλαμβανόμενα κλικ στα Εισερχόμενα του e-mail δέκα φορές το λεπτό. Δεν το ήλεγχα, πήγαινε μόνο του το δάχτυλό μου. Από εκνευρισμό, από άγχος, από το τίποτα της στιγμής. Ξαναέκανα refresh στην ιστοσελίδα των Άγγλων, δεν είχαν ανεβάσει τίποτα. Ένα τίποτα παντού.

Τίποτα.

Θυμήθηκα μια ιστορία που μου είχαν πει για έναν τύπο που αποφάσισε να κάνει το «Τίποτα» επιχείρηση. Νοίκιασε ένα κατάστημα, που ήταν άδειο εδώ και καιρό κι έγραψε σε μια τεράστια επιγραφή «Τίποτα». Γέμισε τον χώρο με καναπέδες και καθόταν όλη μέρα στο μαγαζί του κάνοντας… τίποτα.

«Τι πουλάτε;», τον ρώτησαν στην Εφορία

«Τίποτα.», απάντησε εκείνος.

«Τότε…, τι ακριβώς προσφέρετε;» επέμεινε ο κρατικός υπάλληλος.

«Τίποτα.» , απάντησε με απόλυτη φυσικότητα ο επιχειρηματίας.

« Και ο κόσμος που μπορεί να έρθει στο μαγαζί σας, τι θα κάνει δηλαδή;»

«…Τίποτα. Αυτό είναι όλο το θέμα. Δε θα χρειάζεται να κάνουν τίποτα.»

Δειλά- δειλά άρχισαν από περιέργεια να μπαίνουν άνθρωποι στο κατάστημα. Άλλοι απλώς γελούσαν με την ιδέα, άλλοι προβληματισμένοι ή ακόμα και προσβεβλημένοι από το εξωφρενικό του πράγματος έφευγαν αμέσως, άλλοι έμπαιναν για να δοκιμάσουν αυτό το… τίποτα. Και περιέργως άρεσε το «τίποτα». Όχι γιατί τους έλειπε από τη ζωή τους, αλλά γιατί για πρώτη φορά ήταν οργανωμένο, σχηματοποιημένο, αναγόμενο στο επίπεδο της προσφοράς και ζήτησης υπηρεσιών. Ήταν τόσο παράλογο, που δεν άφηνε περιθώρια να περάσει απαρατήρητο.

Ήταν υπερβολικά εκτός γενικού πλαισίου κι αμέσως κινητοποίησε ομάδες ανθρώπων που έψαχναν κάτι διαφορετικό στη ζωή τους, που θα μπορούσαν μέσα σ’ αυτή την αναζήτηση να νοηματοδοτήσουν το οτιδήποτε. Ακόμα και το …τίποτα. Έμοιαζε τόσο απλοϊκό, που έβαλε σε σκέψη κάποιους άλλους : «Δε μπορεί… κάτι ιδιοφυές επιχειρηματικά – γιατί όχι ακόμα και φιλοσοφικά- πρέπει να κρύβεται πίσω από κάτι τέτοιο».

 Όταν οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν κάτι ή το πολεμούν ή το ενστερνίζονται πλήρως.

Πολύ γρήγορα το μαγαζί του «τίποτα» έγινε μόδα στο διαδίκτυο. Από τις δώδεκα το μεσημέρι και μετά, το μέχρι χθες άδειο μαγαζάκι, έσφυζε από κόσμο. Εργαζόμενοι που έκαναν break, στελέχη επιχειρήσεων που ήθελαν να ηρεμήσουν, μοναχικοί άνθρωποι, νοικοκυρές, πιτσιρικάδες που έκαναν χαβαλέ ή πίστευαν πως ακολουθούν ένα νέο ιδεολογικό ρεύμα, περαστικοί, φτωχοί που δεν είχαν τα χρήματα να πάνε αλλού. Καθόντουσαν στους καναπέδες και δεν έκαναν τίποτα. Δεν υποχρεούνταν να περάσουν καλά, να παραγγείλουν ή ν’ αγοράσουν κάτι, να μιλήσουν οπωσδήποτε με κάποιον άλλον, να φορέσουν συγκεκριμένα ρούχα, να φερθούν με κάποιον προκαθορισμένο τρόπο. Κι αν ήθελαν, μπορούσαν στην έξοδο να αφήσουν χρήματα σ’ ένα ξύλινο κουτί, αν δεν ήθελαν κανένας δε θα τους υποχρέωνε. Δεν υπήρχαν υπάλληλοι, επιτηρητές, διευθυντές κι αρμόδιοι. Δεν υπήρχε καμία κρίση, επίκριση, επιβράβευση και προσδοκία.

Μέσα σε λίγους μήνες άνοιξε και δεύτερο «Τιποτάδικο».

Στο επόμενο διάστημα ολόκληρη η χώρα γέμισε με ανάλογα μαγαζιά. Το brand name της επιχείρησης έγινε αναγνωρίσιμο σε ολόκληρο τον κόσμο. Η διεθνής πια αλυσίδα των “Nothing Shops, απέφερε μεγάλα κέρδη σε εκείνον που είχε την αρχική ιδέα. Εξώφυλλα, συνεντεύξεις, τηλεοπτικά αφιερώματα, γυναίκες, λεφτά… πολλά λεφτά. Είχε ιδρύσει μια ολόκληρη αυτοκρατορία πάνω στο τίποτα.

Κι εγώ εδώ κολλημένος στη θέση μου, σαν Βασιλιάς του Τίποτα, χωρίς το πολύ χρήμα, που κάποια μέρα όμως θα με επισκεφθεί κι εμένα.

Διαθέτω πολύ καλές ιδέες, δε έχω να ζηλέψω τίποτα από κάποιους άλλους που έγιναν πλούσιοι. Το ξέρω πως θα φτάσει η ώρα και η στιγμή που κάτι δικό μου θα ξεχωρίσει. Το ξέρω καλά, βλέπω την λάμψη στα μάτια μου όταν κοιτιέμαι στον καθρέφτη. Είναι η ματιά που έχουν οι πετυχημένοι άνθρωποι. Και κανείς δεν πετυχαίνει , χωρίς αυτοπεποίθηση. Κανείς δε προχώρησε χωρίς θάρρος.

Να! Κοιτάζω αυτόν τον ανθρωπάκο με την τσάντα. (Ναι, σίγουρα ήταν εκείνη η Παρασκευή που τον παρατήρησα για πρώτη φόρα. Είμαι βέβαιος πια εκατό τοις εκατό). Τον λυπάμαι, γιατί μοιάζει τόσο κακόμοιρος. Δε θα μπορούσε ποτέ ένας τέτοιος άνθρωπος να πετύχει κάτι σημαντικό. Δεν πείθει με τον βλέμμα του, με το παρουσιαστικό του.

Ήταν γύρω στα πενήντα, μετρίου αναστήματος, μελαχρινός, σκούρο δέρμα, μ’ ένα αστείο μουστάκι. Πώς να κάνεις καριέρα με τέτοιο μουστάκι, ποιος θα σε πάρει στα σοβαρά;

Τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει στους κροτάφους κι είχαν αραιώσει στην κορυφή του κεφαλιού. Πραγματικά σιχαίνομαι όταν βλέπω αυτού του είδους τη φαλάκρα. Αυτή που δεν αφήνει να πέσουν όλα τα μαλλιά κι επιτρέπει σε κάτι ακαλαίσθητες τούφες να παραμένουν σαν ασθενικοί θάμνοι στο κρανίο. Μερικοί άνθρωποι μοιάζουν να έχουν την φαλάκρα που τους αξίζει. Μικροαστική, αποκρουστική, φτιαγμένη για μια μίζερη ζωή. Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων που θαρρείς πως είναι γεννημένοι για αιώνιοι υπάλληλοι. Για να διεκπεραιώνουν τις ιδέες των άλλων, να υλοποιούν μηχανικά την έμπνευση και όσα σκαρώνει η διάνοια των πετυχημένων.

Δεν είναι σκληρό αυτό που σκέφτομαι, είναι πραγματικό.

Διαφέρω από κάτι τέτοιους τύπους, δεν έχω πολλά κοινά μαζί τους. Αντλούμε ευχαρίστηση από διαφορετικά πράγματα. Εκείνος από το να έχει μια ήσυχη, βαρετή ζωή κι εγώ από να προχωράω και να βάζω συνεχώς νέους στόχους. Θα τον ικανοποιούσε να δουλεύει για μένα, θα με ικανοποιούσε να δουλεύει για μένα. Φορούσε ένα λευκό πουκάμισο με κοντό μανίκι κι ένα μπεζ παντελόνι , με μια ξεφτισμένη ζώνη. Δε ξέρω γιατί οι άνθρωποι της κατηγορίας του φορούν ψηλά το παντελόνι. Φοβούνται μήπως τους πέσει και μείνουν στη μέση του δρόμου με το λευκό σώβρακο;

Περνάει ανάμεσα από τα γραφεία χαμογελαστός. Λέει καλησπέρα σε όσους συναντήσει το βλέμμα του.

Κρατάει μια μεγάλη τσάντα.

Δυσανάλογη μεγάλη τσάντα για τις υποχρεώσεις που μπορεί να έχει ένας τέτοιος εργαζόμενος. Ανοίγει την πόρτα και φεύγει. Πάει να συνεχίσει αλλού την άδεια ζωή του.

Κι εγώ περιμένω.

Μπλιν Μπλιν. Ήρθε e-mail. Επιτέλους!

Δυο μέρες αργότερα τον ξαναβλέπω στα γραφεία μας. Κρατάει την ίδια μεγάλη τσάντα κι έχει το ίδιο καλοκάγαθο ύφος που μου προξενεί αφόρητη πλήξη. Μιλάει με κάποιον στο ακριανό γραφείο, δίπλα από την πόρτα που οδηγεί στις τουαλέτες. Μετά από λίγο ξαναφεύγει. Θα τελείωσε η υπαλληλική του υποχρέωση και τώρα θα πηγαίνει στο σπιτάκι του ,σε μια γκρίζα πολυκατοικία, με τα απλωμένα ρούχα στο μπαλκόνι – σε κάποια από τις συνοικίες που δεν έχω πάει ποτέ και θα χανόμουν χωρίς το GPS, αν υπήρχε κάποτε η ανάγκη τις επισκεφτώ για κάποιο λόγο. Εκεί ,στον δεύτερο όροφο, θα είναι το μικρό του διαμέρισμα- προίκα από τον πεθερό τη δεκαετία του ‘60- φορτωμένο με προπολεμικά έπιπλα και την χοντρή γυναικούλα του, με το ροζ λουλουδάτο νυχτικό και τα φουσκωμένα μαλλιά, να τον περιμένει. Το σπίτι θα μυρίζει κουνουπίδι γιατί ο γιατρός θα του είχε πει να αρχίσει να τρώει πιο πολλά λαχανικά και να κόψει τα λίπη που καταβρόχθιζε στα ταβερνεία της γειτονιάς . Θα φάνε, θα πάρουν τηλέφωνο τα δυο παιδιά τους που είναι κι αυτά υπάλληλοι κάπου και μετά θα δουν τηλεόραση μέχρι να αποκοιμηθούν και να ανταγωνιστούν ο ένας τον άλλον στο πιο δυνατό ροχαλητό.

Συνήθως τον έβλεπα Τετάρτες και Παρασκευές.

Αλλά που και που ερχόταν και Τρίτες. Είχε έρθει και μια Δευτέρα, αλλά δεν το ξανάκανε. Πάντοτε με την ίδια μεγάλη τσάντα – την οποία ενίοτε κρατούσε και με τα δυο του χέρια- και την ίδια χαρωπή φάτσα. Και γιατί να μην ήταν χαρωπή; Τι έγνοιες να ‘χε ένας τέτοιος άνθρωπος που είναι ευχαριστημένος με αυτά τα λίγα και ανάξια λόγου που διαθέτει στην καθημερινότητά του;

Πόσο θα μπορούσε να τον αγχώσει το γεγονός πως πίσω στο σπίτι είχε τελειώσει το κουνουπίδι και πως αναγκαστικά για σήμερα θα έτρωγαν μπρόκολο , μαζί με τα μπιφτέκια;

Πόσο μπορεί να αγχωθεί κάποιος που έχει να κάνει ελάχιστα πράγματα, που δε νοιάζεται καθόλου για την εμφάνισή του και δεν χρειάζεται να τον απασχολεί ιδιαιτέρως η εικόνα του;

Αλίμονο σε εκείνους που πρέπει να φτιάξουν μια ολόκληρη καριέρα. Που το καθετί στη ζωή τους μπορεί να παίζει ρόλο, να επηρεάσει τους στόχους τους, να διευκολύνει η να δυσχεράνει την πραγμάτωσή τους. Κανείς δε θα μπορούσε να μου συγχωρέσει να παραβρεθώ σε συνάντηση της εταιρίας, με τσαλακωμένο πουκάμισο ή χωρίς να είμαι απολύτως έτοιμος για την παρουσίαση στον προτζέκτορα της αίθουσας συσκέψεων. Έπρεπε να ‘χω πάντοτε απαντήσεις, δικαιολογίες για κάθε πιθανό σενάριο, για κάθε επισήμανση, ένσταση κι αρνητικό σχόλιο.

Οτιδήποτε είχε να κάνει με τη δουλειά μου- και την καθημερινότητά μου- κρεμόταν από αμέτρητες λεπτομέρειες που έπρεπε να λάβω υπόψη μου. Δεν ήμουν ανέμελος, όπως προφανώς και θα ήταν αυτός ο κυριούλης με το μουστάκι και τη μεγάλη τσάντα.

Για μια βδομάδα δεν τον είδα καθόλου.

«Τι να απέγινε άραγε;», αναρωτήθηκα. Μπορεί να τον πάτησε κανένα λεωφορείο – είχα να μπω σε λεωφορείο από τότε που ήμουν φοιτητής. Πόσο είχε πια το εισιτήριο; Δε θα μπορούσα να περιμένω στην στάση με όλους αυτούς. Δεν είναι το περιβάλλον μου. Ακούγεται αλαζονικό, αλλά είναι αλήθεια. Μπορεί να τον έδιωξαν από τη δουλειά γιατί ήταν τεμπέλης κι αναποτελεσματικός. Μπορεί να πήρε σύνταξη. Πολύ πιθανό. Για κάτι τέτοιους πρέπει να δουλεύουμε όλοι εμείς, για να μπορούμε να συντηρούμε την μικροαστική ξεκούρασή τους, τη γυναίκα, τα κουνουπίδια και την τηλεόρασή τους. Τους βαρέθηκα όλους! Πρέπει να ξανακοιτάξω αν ήρθε καποιο mail.

Την Τετάρτη εμφανίστηκε ξανά.

Ώστε λοιπόν δεν είχε πάρει σύνταξη και δεν τον είχε πατήσει το λεωφορείο; Νάτος πάλι ο κυριούλης  με την τσάντα. Ο κυριούλης… Ναι, ο κυριούλης με την τσάντα , έτσι τον είχα καταχωρήσει στο μυαλό μου. Για μένα δεν ήταν «κύριος», δεν ήταν «μάγκας», «τύπος», «αυτός», «εκείνος» ή οτιδήποτε άλλο. Ήταν «κυριούλης».

« Ποιος είναι αυτός;», ρώτησα μια μέρα τον Τόνυ, καθώς είχε μόλις περάσει από δίπλα μας ο κυριούλης με την τσάντα.

«Ούτε που τον ξέρω», μου απάντησε και συνέχισε να πληκτρολογεί σαν δαιμονισμένος.

Άρχισε πάλι να έρχεται Τετάρτες και Παρασκευές. Και κάποιες Τρίτες, συνήθως στην αρχή του μήνα. Πάντοτε με την τσάντα και το γνωστό κουραστικό χαμογελάκι. Δεν ξέρω γιατί τα πρόσεχα όλα αυτά. Γιατί ξαφνικά το τελευταίο διάστημα παρατηρούσα έναν άγνωστο άνδρα, έκανα σκέψεις για εκείνον και την πιθανά άθλια ιστορία της ζωής του. Έτσι… για κάποιο ακαθόριστο λόγο, είχα αποκτήσει ένα μικρό χόμπι τις ατελείωτες ώρες που περνούσα στη δουλειά: Να παρατηρώ τον κυριούλη με την τσάντα. Καμιά φορά ακόμα κι εκείνοι που έχουν δύναμη κι εξουσία ασχολούνται περιστασιακά με τις λεπτομέρειες της ζωής ενός ασήμαντου ανθρώπου. Χωρίς λόγο, χωρίς σκοπό, μια στιγμιαία εμμονή, μια συνήθεια μικρής διάρκειας. Έτσι για να φανταστούν πως θα μπορούσε να είναι μια διαφορετική ζωή από τη δική τους.

Ετοίμαζα κάποιες αναλύσεις στο λάπτοπ μου, τις περνούσα στο κεντρικό δίκτυο της εταιρίας , για να τις δουν κι άλλοι κι αναρωτιόμουν πόσο ακαταλαβίστικα θα φαίνονταν όλα αυτά στον κυριούλη.

Πόσο σύνθετος ήταν ο κόσμος μου και πόσο απλοϊκός ο δικός του. Ποτέ ο εγκέφαλος του δε θα μπορούσε να ακολουθήσει τις διαδρομές του δικού μου. Ποτέ δε θα γεννούσε σκέψεις, συνδυασμούς, συμπεράσματα κι ιδέες όπως εκείνες που ανήκαν στη δική μου ρουτίνα και την απόλυτη νοητική προτεραιότητα. Για εκείνον τα πράγματα ήταν υπεραπλουστευμένα. Σπίτι, δουλειά , τσάντα, χαμόγελο και ύπνος.

Τσάντα. Τσάντα… τσάντα;

Γιατί κουβαλούσε συνεχώς αυτή τη μεγάλη τσάντα;  Τι να είχε εκεί μέσα; Κι έμοιαζε κι άδεια. Τι ήταν τόσο σημαντικό που καμιά φορά τον πετύχαινα να την κρατά σφιχτά και με τα δυο του χέρια μη τυχόν κι ανοίξει ή μείνει εκτεθειμένη στα βλέμματα των άλλων.

« Τι είναι αυτός ο κυριούλης, ρε;»

«Ποιος;»

«Αυτός απέναντι, που έχει περασμένη με το λουρί αυτή την τσάντα;»

«Και που θες να ξέρω;»

« Δε τον έχεις δει ποτέ εδώ μέσα; Συνέχεια τριγυρνάει…»

« Γνωστή φάτσα, αλλά δεν τον ξέρω… Τι τον θέλεις;»

«Τίποτα, απλώς μου χει κάνει εντύπωση που τον βλέπω συνέχεια… Κρατάει κι αυτή την τσάντα… πόσα χρόνια έχω να δω τέτοια τσάντα… ο πατέρας μου είχε μια ίδια όταν ήμουν μικρός…»

«Μάλλον κανένας κλητήρας θα ναι…»

«Μάλλον…»

Ρώτησα. Δεν ήταν κλητήρας. Είχαμε δύο κλητήρες στην εταιρία, παλιότερα τέσσερις, αλλά τους είχαν απολύσει. Ίσως να έδιωχναν κι αυτούς που είχαμε τώρα και να έκαναν τις μεταφορές με κούριερ.

« Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ ποιος είναι αυτός ο κυριούλης με την τσάντα..»

«Ποιος;»

«Εκείνος απέναντι με το μουστάκι…»

« Το γύρισες μετά το διαζύγιο; Σου αρέσουν πια οι μουστακαλήδες… γουστάρεις νταλίκα , τρίχα και μεγάλα αγόρια;»

«Ουπς! Προδόθηκα…»

«Φίλε, ότι νομίζεις… ποιος είμαι εγώ για να σε κρίνω… μου φτάνει να περνάς καλά εσύ…»

«Τώρα, πέρα απ’ την πλάκα , τον ξέρεις αυτόν;»

«Που να τους ξέρω όλους εδώ μέσα…»

« Μου ‘ναι πολύ γνωστή φάτσα…»

«Άμα σ’ αρέσει τόσο πολύ πήγαινε δώστου το τηλέφωνό σου να βρεθείτε κάποιο βράδυ… αν είσαι ερωτευμένος πρέπει να ρισκάρεις… έτσι είν’ αυτά…»

«Καλά… άμα σου ξαναστρίψω εγώ τσιγάρο…»

«Τώρα που ξέρω τι βάζεις στο στόμα σου, προτιμώ να τα στρίβω μόνος μου κι ας τα κάνω χάλια..»

Ήταν περίεργο. Πολύ περίεργο. Κανείς δε ήξερε τι έκανε ακριβώς αυτός ο κυριούλης στα γραφεία μας. Και κυρίως έμοιαζε σαν να μην ήξερε κανένας τι ακριβώς κουβαλούσε μέσα στη μεγάλη τσάντα του.

Κάποιες περίεργες σκέψεις άρχισαν να περνούν από το μυαλό μου.

Ήταν η εποχή που οι σεκιουριτάδες της εισόδου αντικαταστάθηκαν από άλλους, μαυροφορεμένους, με αλεξίσφαιρα γιλέκα και περίστροφα. Κατά τη διάρκεια της ημέρας δυο λυκόσκυλα τριγυρνούσαν με τους εκπαιδευτές τους στο προαύλιο της εταιρίας. «Είμαστε ένας μεγάλος Όμιλος, συστεγαζόμαστε με τις υπόλοιπες εταιρίες και θα πρέπει να συμμορφωθούμε στις υποδείξεις του τμήματος Ασφαλείας», μας είπε ο διευθυντής. «Ζητώ την κατανόηση όλων και την συνεργασία σας».

Υπήρχαν πια κατά καιρούς διάφορες απειλές για βόμβες. Βγαίναμε έξω για να ψάξουν το κτήριο. Στο αυτοκίνητο ενός μετόχου είχαν τοποθετήσει γκαζάκια και το είχαν κάψει ολοσχερώς. Ξέραμε καλά πως δουλεύαμε σ’ έναν χώρο που αποτελούσε στόχο για κάποιους παλαβούς εκεί έξω.

Προχθές, έγινε κάτι πολύ περίεργο μ’ ένα ασανσέρ. Παραλίγο να ‘πεφτε από τον όγδοο όροφο, είχε κοπεί σχεδόν ολόκληρος ο μηχανισμός που το κρατούσε, κρεμόταν από μία και μόνο βίδα. Τέσσερις άνθρωποι θα χτυπούσαν σοβαρά, τέσσερις εργαζόμενοι που ήρθαν αμέριμνοι στη δουλειά τους. Κι αν δεν είχα καθυστερήσει ,σταματώντας με το αυτοκίνητο μπροστά σ’ ένα σκυλί που γάβγιζε σαν τρελό και νόμιζα πως το είχα χτυπήσει με τη δεξιά ρόδα, θα είχα μπει εγώ στο ασανσέρ αυτό.

Τρελά πράγματα που μπορεί να μην είχαν καμία απολύτως σχέση μεταξύ τους, αλλά δημιουργούσαν έναν σιωπηλό πανικό σε μια ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα. Είχα πολλή δουλειά για να μπορέσω να φοβηθώ περισσότερο και ν’ αναλύσω την όλη κατάσταση διεξοδικώς. Μα εντελώς απρόσμενα οδηγήθηκα συνειρμικά σε μια σκέψη που δεν έλεγε να με αφήσει ήσυχο.

Κάτι ύποπτο συνέβαινε. Κάτι που είχε να κάνει μ’ αυτόν τον κυριούλη με την τσάντα.

Κανείς δεν τον γνώριζε κι όμως έμπαινε συνεχώς στο κτίριο. Ρώτησα τους καινούριους υπεύθυνους ασφαλείας ποιος ήταν. « Λυπάμαι δε μπορώ να δίνω στοιχεία επισκεπτών και συνεργατών έτσι προφορικά. Αν θέλετε στείλτε μας ένα memo, για να σας απαντήσουμε. Πάντως αν συμβαίνει κάτι με αυτόν τον κύριο, θα πρέπει άμεσα να μας πείτε ακριβ…», δεν τον άφησα να τελειώσει τη φράση του.

«Όχι, όχι τίποτα. Αλίμονο…» προσπάθησα να δικαιολογηθώ. Δεν ήθελα να δώσω περισσότερη έκταση στο θέμα, να φανώ σαν τον περίεργο που ρωτάει. «Απλώς τον είδα και μου έμοιαζε πολύ γνωστό το πρόσωπό του, προσπαθούσα να θυμηθώ από πού τον ξέρω και ντρέπομαι να πάω να τον ρωτήσω … γι’ αυτό και ρώτησα εσάς. Δεν είναι κάτι σοβαρό, δική μου χαζομάρα, γιατί απ’ τις πολλές ώρες μπροστά στο κομπιούτερ το μυαλό αρχίζει και τα χάνει. Σας ευχαριστώ πολύ

Εκείνοι που κάνουν βρώμικες δουλειές, μοιάζουν συχνά με ανθρώπους υπεράνω υποψίας- ή χρησιμοποιούν τέτοιες φιγούρες, για να μη κινούν υποψίες. Πρόσωπα κοινά, όπως χιλιάδων άλλων ανθρώπων, φυσιογνωμίες ευγενικές, ενίοτε και χαμογελαστές που δεν επιτρέπουν πονηρές σκέψεις για το ποιόν τους. Είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, φαινομενικά φιλήσυχοι και νοικοκυραίοι. «Πέφτω από τα σύννεφα. Ποτέ δε θα περίμενα να είναι αυτός ο άνθρωπος κάτι τέτοιο» δηλώνουν στις κάμερες οι ξαφνιασμένοι γείτονες. «Δεν είχε δώσει ποτέ δικαίωμα. Έμοιαζε πολύ ήρεμος άνθρωπος, δεν ακουγόταν ποτέ»

Ήταν Τετάρτη.

Μπήκε στην αίθουσα. Κρατούσε τη μεγάλη τσάντα. Κι είχε αυτό το υποκριτικό χαμόγελο. Ναι, ήταν υποκριτικό. Δε μπορεί ένας άνθρωπος να είναι συνεχώς τόσο ευδιάθετος. Κάτι άλλο συνέβαινε. Το χαμόγελο ήταν κάλυψη. Ήμουν σίγουρος πια, δεν είχα αμφιβολία.

Έγραφα στον υπολογιστή, αλλά με την άκρη του ματιού μου παρακολουθούσα κάθε του κίνηση μέσα στον χώρο. Άκουσα τη φωνή του στο βάθος να λέει μια γενική «καλημέρα» – μπορεί και να απευθυνόταν στην κυρία που είχαμε φέρει για να κάνει τις μεταφράσεις στα ιαπωνικά και καθόταν στο γραφείο, δίπλα από την πόρτα που οδηγούσε στην άλλη μεγάλη αίθουσα.

Πρόσεξα κάθε λεπτομέρεια στο πρόσωπό του. Πόσο αφελής ήμουν μέχρι σήμερα… Αυτό το πρόσωπό δεν είναι το πρόσωπο ενός άκακου υπαλληλάκου… Δεν είναι το πρόσωπο ενός αθώου κυριούλη, με μια καθωσπρέπει αδιάφορη ζωή, όπως παρατραβηγμένα και στερεοτυπικά τη φανταζόμουν.

Το βλέπω ξεκάθαρα. Αυτός ο άνθρωπος κάτι κρύβει. Κάτι κακό. Κάτι πολύ κακό. Που ξεφεύγει από την προσοχή των πολλών. Αλλά μάλλον είναι άτυχος, γιατί μέσα στην παραζάλη της δουλειάς εγώ τον πρόσεξα. Δεν ξέρω γιατί συνέβη αυτό. Τι με τράβηξε πάνω του.

Ίσως κάποιοι άνθρωποι να μπορούμε εύκολα να πιάσουμε τα vibes. Ίσως να μπορούμε να διαισθανθούμε πράγματα, να δούμε περισσότερα στην αύρα κάποιου περαστικού, να αποκωδικοποιήσουμε καλύτερα τη συμπεριφορά, τη φυσιογνωμία και όσα περνούν απαρατήρητα στους υπόλοιπους.

Και στη δουλειά μου είχε τύχει παλιότερα να μπορώ να καταλάβω τι είδους άνθρωπος είναι κάποιος, χωρίς να ξέρω πολλά για εκείνον. «Δεν τον εμπιστεύομαι αυτόν», είχα πει για έναν συνεργάτη που μας είχαν φέρει για να μας βοηθήσει. Κι επιβεβαιώθηκα πολύ γρήγορα. Ο διευθυντής δεν το παραδέχτηκε ποτέ πως εγώ τους είχα προειδοποιήσει, αλλά νομίζω πως όλοι είχαν πειστεί πως καταλαβαίνω πράγματα πριν τ’ αντιληφθούν οι άλλοι.

Μου ‘χε ξανασυμβεί κι όταν σπούδαζα στο πανεπιστήμιο. Δε μου γέμιζε το μάτι ένας βοηθός του καθηγητή και μετά από καιρό αποδείχτηκε πως ήταν μπλεγμένος σε οικονομικές ατασθαλίες και φορολογικές κομπίνες.

Ο κυριούλης με την τσάντα με μπέρδεψε για λίγο, για πολύ λίγο, αλλά νομίζω πως το ένστικτό μου είναι αλάνθαστο. Κάτι ύποπτο συμβαίνει μ’ εκείνον και την τσάντα που κουβαλά μαζί του.

Και θα το βρω.

Την Παρασκευή μπήκε ως συνήθως χαμογελαστός, με το θεατρικό χαμόγελο να κρύβεται πίσω από το σκούρο μουστάκι του. Κρατούσε τη μεγάλη τσάντα και με τα δυο χέρια κι είχε περάσει το λουρί της διαγώνια από το σώμα του.

Κατευθύνθηκε προς τη διπλανή αίθουσα. Σηκώθηκα, μαζί με την κούπα μου προσποιούμενος πως πήγαινα για καφέ και τον ακολούθησα. Περπατούσε αργά, σχεδόν αμέριμνα , ανάμεσα στα γραφεία με τους υπολογιστές, τα τηλέφωνα, τα χαρτάκια, τα ντοσιέ και τις αγχωμένες φάτσες. Διέσχισε ολόκληρο το δωμάτιο και βγήκε από την απέναντι πόρτα. Έμεινα πίσω του. Βεβαιώθηκα πως δε με κατάλαβε. Άνοιξα την πόρτα και ο διάδρομος ήταν άδειος. Που να πήγε; Εκείνη τη στιγμή πέρασε μια κοπέλα που ήξερα πως δούλευε στον τέταρτο, στη μηχανογράφηση. «Μήπως είδες κάποιον κύριο με μια μεγάλη δερμάτινη καφετιά τσάντα; Μήπως είδες που πήγε;» « Ε, ναι… ένας με μουστάκι…;» «Ναι αυτός!» , απάντησα. «Νομίζω πως τον είδα να πηγαίνει προς τις τουαλέτες». «Ευχαριστώ πολύ!»

Στις τουαλέτες λοιπόν.

Έτρεξα προς τα εκεί. Μπήκα μέσα. Δεν ακουγόταν τίποτα. Κρατούσα ακόμα την κούπα μου, με τα υπολείμματα καφέ. Την άφησα πάνω στο μάρμαρο και στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη του νιπτήρα. Δεν άνοιξα τη βρύση, δεν έκανα απολύτως τίποτα, για να μπορέσω να ακούσω τι έκανε εκεί μέσα. Δεν έπαιρνα ούτε ανάσα. Σιωπή. Που μπορεί να βρισκόταν; Πίσω από ποια πόρτα; Τι έκανε; Είχε καταλάβει πως τον παρακολουθούσα; Έπρεπε να είχα μπει ακόμα πιο αθόρυβα. Τώρα μπορεί να ξέρει πως βρίσκεται κι άλλος στο χώρο και να σταμάτησε ό,τι ετοίμαζε. Τι να κάνω; Να προσποιηθώ πως φεύγω και να ξαναμπώ ήσυχα, χωρίς να το καταλάβει; Δεν ξέρω… Θα μπορούσα να…

Εκείνη τη στιγμή μπήκε ξαφνικά στην τουαλέτα ένας χοντρός, με ξυρισμένο κεφάλι.

Τον ήξερα, τον είχα συναντήσει κάποιες φορές κάτω όταν κάναμε  τσιγάρο. «Πως πάμε;», μου λέει. «Όλα οκ», του απάντησα νευρικά. Είδα το βλέμμα του να πηγαίνει προς την κούπα με τον καφέ. «Έπεσε πάνω μου ο άτιμος ο καφές και… πρέπει να πρέπει να πλυθούμε και λίγο , μη μας δει και κανένας πελάτης λερωμένους και χάσουμε το χρήμα…» . «Γούρι, γούρι…», μου είπε από κεκτημένη ταχύτητα, είχε αλλού το μυαλό του.

Εκείνη την στιγμή ακούστηκε από το βάθος ένα καζανάκι. Αυτός πρέπει να ήταν. Ο χοντρός τράβηξε ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί κι άρχισε να φυσά με δύναμη την κατακόκκινη μύτη του. «Έχω αρπάξει βαρβάτο κρύωμα, αλλά δεν έχω την πολυτέλεια ν’ αρρωστήσω τώρα», μου είπε καθώς ψαχούλευε με το χαρτί τα ρουθούνια του. «Περαστικά…» του είπα κι άνοιξα τη βρύση για να πέσει νερό στα χέρια μου που δήθεν κολλούσαν από τον καφέ που χύθηκε πάνω τους.

Άκουσα την προτελευταία πορτοκαλί πόρτα ν’ ανοίγει στο βάθος.

Ακόμα και μέσα στην τουαλέτα κουβαλούσε την τσάντα του.

Επιβεβαίωνε ξανά την καχυποψία μου. Σίγουρα είχε κάτι να κρύψει, σίγουρα έκανε κάτι περίεργο. Στάθηκε ανάμεσα από μένα και τον χοντρό , που ακόμα πάλευε να καθαρίσει την απερίγραπτα μπουκωμένη μύτη του.

Τι κρυβόταν άραγε εκεί μέσα; (και στην τσάντα και στην μύτη του χοντρού. Εκείνη την στιγμή όμως μ’ ενδιέφερε περισσότερο το μεγάλο δερμάτινο καφετί ερωτηματικό, το οποίο δεν έλεγε να αποχωριστεί ούτε λεπτό ο μυστήριος ιδιοκτήτης του).

Συναντήθηκαν τα βλέμματά μας.

Μου χαμογέλασε. Και μάλιστα το χαμόγελό του έμοιαζε πολύ γλυκό κι ανθρώπινο. Υπό άλλες συνθήκες θα τον συμπαθούσα. Αλλά τώρα δεν υπήρχε περίπτωση να πέσω στην παγίδα του. Κούνησα ελαφρά το κεφάλι μου. Φρύδι σηκωμένο, στόμα κλειστό, με το αμυδρό χαμόγελο που φωνάζει «Ξέρω πως κάτι σκαρώνεις εσύ. Σ’ έχω καταλάβει».

Έπλυνε τα χέρια του. Το ύφος του δεν άλλαξε παρά την δική μου αρνητική στάση. Ήταν καλός ηθοποιός. Επαγγελματίας. Και γι’ αυτό και πολύ επικίνδυνος. Περίμενα να βγει από το χώρο. Το έκανε γρήγορα, αφού μας καλημέρισε ξανά με την προσποιητή του ευγένεια.

Ο χοντρός , αφού ξόδεψε όλο σχεδόν το χαρτί, βγήκε κι εκείνος (χωρίς να πλύνει τα χέρια του. Θα το θυμόμουν αυτό, αν επρόκειτο ποτέ να τον χαιρετήσω δια χειραψίας).

Άφησα λίγα δευτερόλεπτα να περάσουν , χωρίς να κάνω τίποτα.

Κοιτούσα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Ήμουν σίγουρος πως θα επέστρεφε , μαζί με την τσάντα του. Ένιωθα καλά την ψυχολογία του εγκληματία, εκείνου που συνωμοτικά ετοιμάζει κάτι και θεωρεί πως ίσως έχει γίνει αντιληπτός. Θα επέστρεφε να δει τι κάνω.

Περίμενα.

Είχαν περάσει περίπου δυο λεπτά. Δεν ήρθε. Πήγα προς την προτελευταία πόρτα. Την άνοιξα. Κοίταξα με προσοχή τριγύρω. Δεν είχε αφήσει κάτι. Κούνησα με το πόδι μου τη λεκάνη, κοίταξα το χαρτί, προσπάθησα να δω αν στα πλακάκια υπήρχε κάποια κρυψώνα. Αν άφησε κάτι ή αν θα μπορούσε να είχε πάρει κάτι από εκεί. Κάτι που θα μπορούσε να συναρμολογηθεί σε βόμβα, σε κάποιο εύφλεκτο υλικό που θα προξενούσε ζημιές, δεν ξέρω ακριβώς… Είχα αυτή την ακαθόριστη αίσθηση του επικίνδυνου.

Το μυαλό μου έπαιρνε με ιλιγγιώδη ταχύτητα πολλές, απότομες και άγνωστες στροφές.

Αν ήμουν τρομοκράτης τι θα έκανα ακριβώς; Που θα έκρυβα τι; Και θα έκρυβα κάτι εδώ μέσα; Μήπως εδώ απλώς πετούσα πράγματα στην αποχέτευση; Και τι θα πετούσα; Έγγραφα; Έγγραφα με πληροφορίες; Τι πληροφορίες; Σε τι θα μου χρησίμευαν αν ήθελα να κάνω κάποιο χτύπημα; Τι κέρδος θα είχα αν…

Χτύπησε το κινητό μου. «Που είσαι χαμένος; Βαράνε τα τηλέφωνά σου, σε ψάχνουν όλοι…» «Ε… στην τουαλέτα είμαι… είχα ένα θέμα… κάτι με πείραξε… εεεε.. έρχομαι, έρχομαι αμέσως…», προσπάθησα να δικαιολογηθώ.

Οι επόμενες μέρες ήταν χαοτικές.

Δεχόμουν τεράστια πίεση απ’ όλους. Πέρυσι τέτοια εποχή είχα πάρει σε bonus αρκετά χρήματα από μια τέτοια ανάλογη δουλειά. Τώρα πια έπρεπε να ισοπεδωθώ σωματικά και πνευματικά για να διατηρήσουμε απλώς τον πελάτη στην εταιρία. Δεν υπήρχε κανένα έξτρα οικονομικό αντάλλαγμα, μόνο δεδομένες προαπαιτούμενες θυσίες σε εργατοώρες και ψυχική αντοχή. Δεν σήκωνα κεφάλι από τον υπολογιστή. Τα τηλέφωνα ήταν καρφωμένα στο αφτί μου. Ούτε καν να πάω να διαλέξω το καινούριο μου αυτοκίνητο δεν προλάβαινα. Τόσον καιρό τ’ ονειρευόμουν κι όμως δε μπορούσα να λείψω στιγμή απ’ το γραφείο.

Ξέχασα και τον κυριούλη με την ύποπτη τσάντα. Όχι τελείως. Τον έβλεπα να περνά τις Τετάρτες και τις Παρασκευές, του έριχνα ένα βλέμμα «Εγώ σ’ έχω καταλάβει, αλλά δεν έχω χρόνο ν’ ασχοληθώ τώρα. Θα μας βγάλω μερικά χρήματα ακόμα και μετά θα μας σώσω από το τρομοκρατικό σου χτύπημα».

Ένα μήνα αργότερα, τα πράγματα είχαν ηρεμήσει κάπως. Προσωρινά.

Εκείνος συνέχισε να ‘ρχεται , με το ίδιο πάντα χαμόγελο και την ίδια μεγάλη τσάντα. Αλλά τώρα πια το όλο σενάριο του τρόμου μου φαινόταν πολύ μακρινό. Αν ήταν να κάνει κάτι θα το είχε κάνει, σε τέτοιες περιπτώσεις δε χάνεις χρόνο, ρισκάροντας να σε καταλάβουν. Ξανάφερα το πρόσωπό του στο μυαλό μου. Την αστεία φαλάκρα του, το μουστάκι του, την τσάντα που θύμιζε περασμένες δεκαετίες. Άρχισα να γελάω μόνος μου. Μα τι πήγα και σκέφτηκα; Είναι δυνατόν; Φαντάστηκα ολόκληρη πλεκτάνη, παρακολούθησα τον άνθρωπο ακόμα και στην τουαλέτα κι έψαξα να δω αν υπήρχε κρύπτη και ίχνη από τι…; Από μπαρούτι, από νιτρογλυκερίνη,  από τι, θεέ μου…; Τον έκανα τον καημένο τον ανθρωπάκο κατάσκοπο, συνεργό τρομοκρατικής ομάδας και δε ξέρω που αλλού θα ‘φτανα με το μυαλό μου αν συνέχιζα όλο αυτό το περιέργως θελκτικό τρομολαγνικό παιχνίδι. Πάλι καλά που δε του ‘πα και τίποτα περίεργο του κυριούλη για να γίνω ρεζίλι σ’ ολόκληρο τον ντουνιά. Πήγα να μπλέξω και την ασφάλεια του Ομίλου…

Καλά, πόσο είχα ξεφύγει; Πόσο μ’ είχε τρελάνει η δουλειά; Πόσο; Χαχα! Το γέλιο μου ακούστηκε και στα διπλανά γραφεία.

«Μόνος σου γελάς;».

«Όχι, διάβασα κάτι καλό…»

«Άμα είναι καλό στείλτο μου…»

«Όχι, όχι είναι ένα email μιας φίλης μου… είναι κάτι δικό μας… »

«καλό;»

«ποιο;»

«η φίλη…»

«εεε..ναι..ναι… καλό… πολύ καλό…»

«το ‘χεις σε φωτό;»

«εεε… όχι, τώρα… θα στην δείξω κάποια άλλη στιγμή…»

«τσίμπησε με τ’ αμαξάκι, ε; Όλες τσιμπάνε.»

Αγόρασα το αυτοκίνητο. Ήταν αυτό ακριβώς που ήθελα. Άρεσα πολύ εκεί μέσα κι άρεσα και στον εαυτό μου. Θα πλήρωνα τα μαλλιοκέφαλά μου στην Εφορία , αλλά το άξιζα. Είναι εργαλείο δουλειάς για μένα, είναι διαβατήριο για πολλά. Όταν έφευγα από το γραφείο , πήγαινα για ποτό. Μου έφτιαχνε η ψυχολογία όταν κυκλοφορούσα στον δρόμο της νύχτες με αυτό το αυτοκίνητο. Δυνατά η μουσική. Απολάμβανα τις διαδρομές, τα κοιτάγματα, τη ζήλια, τον θαυμασμό. Χρειαζόμουν αυτή την αυτοπεποίθηση για ν’ ανταπεξέλθω στις υποχρεώσεις που είχα αναλάβει στη δουλειά.

Με τον καιρό η εμμονή μου με τον άγνωστο άνθρωπο που παρατήρησα κάποια Παρασκευή του Νοέμβρη είχε πια ξεθωριάσει. Είχα συνδυάσει όλες εκείνες τις εικασίες – ακόμα και την αρχική φαντασιακή ενασχόληση με τη μικροαστική ζωή του- με την συγκεκριμένη περίοδο της ζωή μου και το δεδομένο άγχος που είχα για τα project μου.

Κι όμως στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπήρχε ακόμα ένα απειροελάχιστο σκοτεινό σημείο όπου ζούσε η τελευταία ικμάδα της αχαλίνωτης περιέργειάς μου και ζητούσε να μάθει τι ακριβώς έκανε αυτός ο άνθρωπος στα γραφεία μας και προπάντων τι είχε μέσα αυτή η τεράστια παλιομοδίτικη καφετιά τσάντα.

Μια Παρασκευή , με ατέλειωτες αναμονές και αγωνίες, του μίλησα. Χωρίς να το έχω προσχεδιάσει, έτσι ξαφνικά του είπα:

«Καλημέρα σας!»

«Καλημέρα!» μου απάντησε λίγο ξαφνιασμένος από το απότομο της φωνής μου. Αμέσως όμως το πρόσωπό του φωτίστηκε και μου χάρισε ένα χαμόγελο από αυτά που τον είχα παρακολουθήσει να προσφέρει και σ’ όλους τους άλλους που μιλούσε.

 « Τόσο καιρό σας βλέπω εδώ στα γραφεία μας και δεν έχει τύχει να πούμε ένα γεια, μια κουβέντα…»

«Ω, σας ευχαριστώ πολύ, είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας που μου μιλήσατε».

«Αλίμονο. Στον ίδιο χώρο βρισκόμαστε. Καθίστε αν θέλετε… Εκτός αν έχετε δουλειά και σας απασχολώ…». Κοίταξε στιγμιαία στο βάθος της αίθουσας προς την πλευρά που ήταν τα γραφεία των στελεχών και το ασανσέρ.

«Όχι, όχι, δεν βιάζομαι. Σας ευχαριστώ πολύ. Προσπαθώ πια να μη βιάζομαι για τίποτα. Από βιασύνη έφτασα στα εξήντα μου ». Άρχισε να γελά με τον εαυτό του.

«Εξήντα; Δεν σας φαίνεται καθόλου! Πραγματικά το λέω, δεν είναι κομπλιμέντο».

«Α, είστε πολύ ευγενής νεαρέ μου… δεν έχω παρά να χαρώ για τα καλά λόγια που ακούω. Τι ωραία!» και συνέχισε να ‘ναι χαμογελαστός. Συστηθήκαμε δια χειραψίας (τον είχα δει στην τουαλέτα να πλένει τα χέρια του, ασχέτως αν ο στόχος μου τότε ήταν να δω αν είχε κάνει κάτι ύποπτο). Τα διπλανά γραφεία ήταν όλα άδεια, είχαν πάει για μεσημεριανό οι περισσότεροι συνάδελφοί μου. Ήταν ευκαιρία να του ανοίξω συζήτηση.

«Λοιπόν…»

«Λοιπόν…;»

«εεε… Δουλεύετε πολύ καιρό εδώ για μας;», τον ρώτησα με την συγκεκαλυμμένα ανακριτική φωνή μου.

 « Πρέπει να πρωτοήρθα εδώ αρχές του Σεπτέμβρη. Αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν εργάζομαι για την εταιρία σας. Βοηθώ κάποιον συνεργάτης σας στις μεταφορές ενός δικού του ανθρώπου. Είμαι οδηγός».

«Οδηγός; Α, μάλιστα…» . Τράβηξα περισσότερο απ’ ότι συνήθως τα φωνήεντα σ’ αυτό το «α, μάλιστα…», για να κερδίσω χρόνο, γιατί δεν είχα να πω κάτι για την πληροφορία που μου έδωσε πως είναι οδηγός. Δεν βρίσκω τίποτα ενδιαφέρον στους οδηγούς, δεν ξέρω κάτι γι’ αυτούς, δεν θέλω να μάθω κάτι για τη ζωή και το επάγγελμά τους. Σε τι θα μπορούσε να μου είναι χρήσιμος ένα οδηγός; Τι να τον κάνω τον οδηγό;

«Τώρα, εδώ και λίγο καιρό είμαι οδηγός, σε όλη μου τη ζωή ήμουν έμπορος, πουλούσα υφάσματα. Ρώτησέ με ότι θέλεις για τα υφάσματα, έχεις τον κατάλληλο άνθρωπο απέναντί σου!»

Χαμογέλασα ψεύτικα και διεκπεραιωτικά.

« Και κρυφά απ’ όλους ήμουν και γλύπτης. Για την ακρίβεια , λατρεύω την ξυλογλυπτική, φτιάχνω διάφορα μικρά πράγματα και χαίρομαι μόνος μου…».  Δε μ’ ενδιέφεραν ούτε τα υφάσματα , ούτε φυσικά η ξυλογλυπτική. Αλήθεια, ποιος σ’ αυτό τον κόσμο ασχολείται με την ξυλογλυπτική; Υπάρχει αυτό το πράγματα ακόμα; Τι χαρά να αντλείς από κάτι τέτοιο; Ακούγεται τόσο ξένο στο δικό μου σύμπαν.

«πολύ ωραία όλα αυτά! Ακούγονται πολύ ενδιαφέροντα, μπράβο σας…  εεε… παιδιά έχετε; κανα εγγονάκι;»

« Έχω έναν γιο…»

«Α, πόσο είναι;»

«Σήμερα θα ήταν ακριβώς τριάντα-δύο.»

Τι εννοεί θα ήταν; Έχει πεθάνει δηλαδή το παιδί;

«Πιο μεγάλος κι από σένα, πόσο είσαι εσύ;»

«Είκοσι-εννιά, θα γίνω τριάντα τον Οκτώβρη.»

« Έφυγε ξαφνικά πριν από τρία χρόνια. Οι γιατροί έκαναν ότι καλύτερο μπορούσαν, οι άνθρωποι το προσπάθησαν , αλλά δεν γινόταν…»

«Ω, λυπάμαι πολύ… δεν ήθελα να σας ρωτήσω και να… να σας στενοχωρήσω… με συγχωρείτε…»

«Όχι, γλυκό μου αγόρι, μη μου ζητάς συγνώμη».

 Κατά λάθος είχα πάει αμέσως την συζήτηση σε κάτι πολύ δυσάρεστο, αλλά παρόλα αυτά το καλοσυνάτο πρόσωπό του δεν είχε αλλάξει καθόλου. Τα μάτια του παρέμεναν χαμογελαστά και η φωνή του γλυκιά και καθησυχαστική . Περίεργος άνθρωπος.

« Είστε καλά τώρα; Πως κανείς μπορεί κανείς να διαχειριστεί… διαχειριστεί… μάλλον δεν είναι η σωστή λέξη… εννοώ…».

Έμπαινα σε χωράφια που δε γνώριζα. Δε μου ήταν πραγματικά γνώριμος αυτός ο πόνος.

« Όταν έχασα το μοναχοπαίδι μου ένιωθα πως υπήρχε μόνο ένας δρόμος για μένα και τη γυναίκα μου. Ήμασταν κοντά στα εξήντα και μόλις είχαμε χάσει τον λόγο για τον οποίο ζούσαμε. Δεν είχε πια κανένα νόημα. Να ζούσαμε για τι; Είτε αφήναμε το χρόνο απλώς να κυλήσει είτε τον διακόπταμε εμείς βίαια το ίδιο κενό θα υπηρετούσαμε. Κι έτσι, χωρίς ακριβώς να συνεννοηθούμε λεκτικά, αποφασίσαμε με τη γυναίκα μου να… να το τελειώσουμε αυτό το μαρτύριο…»

« τι δηλαδή; Να…;» . Με σόκαρε αυτό που έλεγε. Ω, θεέ μου, τι έχει τραβήξει ο άνθρωπος. Δε θέλω να ακούσω αυτή την ιστορία. Δε θέλω…

« Μη σας μαυρίζω την ψυχή, τώρα που σας ρώτησα χωρίς να ξέρω για το παιδί σας… δε θέλω να…»

« Εσείς να μην στεναχωριέστε» μου είπε. «Αν και η ιστορία μου ίσως να μην είναι τόσο μαύρη, όσο νομίζει κανείς…»

«Τι εννοείτε;»

« Ο γιος μου , με το δικό του τρόπο λίγο πριν φύγει, ήταν σα να μου έλεγε να μην αφεθώ, να μη χαθώ  και να κρατήσω γερά και για μένα και για τη γυναίκα μου… Μου το είχε ζητήσει ο ίδιος, ουσιαστικά με παρακάλεσε να δώσω κάπου αλλού την αγάπη μου. Και είχε δίκιο! Ήταν τόσο απλή και τόσο αληθινή η σκέψη. Αφού το μόνο που θέλεις είναι να δώσεις αγάπη κι αφού υπάρχουν τόσοι άνθρωποι σ’ αυτόν τον κόσμο που την έχουν ανάγκη, τα πράγματα μοιάζουν καθαρά. Και φωτεινά!»

Φωτεινά σαν το πρόσωπό του που έλαμπε.

«Ναι, υπάρχουν τόσες φιλανθρωπίες που μπορεί κανείς να… να… ξέρετε…»

« Άκου να δεις περίεργο πράγμα… Αυτό είναι κάτι πέρα από την φιλανθρωπία. Δεν είσαι φίλος του ανθρώπου, είσαι ο ίδιος ο άνθρωπός…»

Τι μου άρχιζε τώρα, τα ποιητικά; Ελπίζω όχι.

«Από ένα σημείο και μετά δεν το κάνεις ως υποχρέωση , καθήκον, στόχο. Γίνεται αυτόματα. Είσαι ο κάθε άνθρωπος. Είσαι η λύπη και η χαρά του. Γίνεται αυτονόητο, αυτόματο. Δεν έχει δεύτερες σκέψεις. Δεν κρατάς τίποτα. Κι αυτό τελικά δεν μου το δίδαξε κανείς. Ούτε τα βιβλία που αγόρασα για να παρηγορηθώ και να βρω κάποια απάντηση, ούτε κανείς. Δεν είμαι τόσο μορφωμένος για να καταλάβω ακριβώς τι λένε όλες αυτές οι σελίδες. Έπιανα κάποια νοήματα, κάτι κρατούσα, αλλά δεν ήταν πλήρες το νόημα. Ένιωθα το έλλειμμα που είχα. Δε με βοηθούσε το πνεύμα μου. Ένας απλός έμπορος ήμουν, που έχασε το παιδί του. Πόσα μπορεί να ήξερα; Αλλά το ίδιο το παιδί τελικά μου έδειξε τον δρόμο. Ο γιός μου έγινε ο δικός μου οδηγός».

Οδηγός; Όπως κι εσείς είστε οδηγός…. βέβαια διαφορετικός οδηγός… κανονικός οδηγός, αλλά… Πήγα να κάνω ένα χαζό αυθόρμητο λογοπαίγνιο, που όμως δεν ταίριαζε με την περίσταση κι ευτυχώς το κράτησα μέσα μου.

Δεν περίμενα πως θα ‘παιρνε τέτοια τροπή η κουβέντα με τον κυριούλη με την τσάντα.

Δεν ξέρω κι εγώ πως βρέθηκα ν’ ακούω τέτοια πράγματα. Δεν ήμουν προετοιμασμένος. Τον λυπόμουν τον καημένο. Αλλά από την άλλη έτσι είναι η ζωή. Μου έφταναν τα δικά μου προβλήματα, η πίεση της δουλειάς, δεν ήθελα αυτή τη στιγμή να εμπλακώ σε τέτοιες δυσάρεστες σκέψεις.

Από την άλλη ίσως κι όλο αυτό που άκουγα να ήταν ένα ψέμα. Ένα καλοφτιαγμένο ψέμα.

Σαν πολύ εύκολα δε μου ανοίχτηκε; Εγώ τον ρώτησα βέβαια για το γιο του, αλλά… δεν ξέρω.

Η καχυποψία μου επέστρεψε. Και μάλιστα δυναμικά. Ίσως να είχε προσχεδιάσει μια τέτοια ιστορία, με συγκινητικές λεπτομέρειες. Ποιος θα στεκόταν αρνητικά απέναντι σ’ έναν δύσμοιρο ανθρωπάκο με ευγενική φυσιογνωμία και μια δακρύβρεχτη διήγηση της ζωής του. Βέβαια δεν έμοιαζε να αποζητά την λύπηση, κάθε άλλο θα ‘λεγα, αλλά… Πάλι το «αλλά»… Τι κάθομαι και σκέφτομαι; Τι χαζομάρες είναι αυτές; Τι υπερβολές; Τι σύγχυση είναι αυτή; Μάλλον βαριόμουνα… μάλλον έχω σαλτάρει από τις πολλές ώρες που περνάω μπροστά στον υπολογιστή.

Κοίταξα το ρολόι.

Όπου να ‘ναι θα επέστρεφαν οι συνάδελφοι μου από το μεσημεριανό φαί. Συνήθως πηγαίνουμε σ’ ένα εστιατόριο που βρίσκεται στο διπλανό εμπορικό κέντρο. Εκεί είναι πιθανό να κάνεις και καλές γνωριμίες.  Τρώνε πολλά στελέχη επιχειρήσεων κι ένας επαγγελματίας όπως εγώ δεν πρέπει ποτέ να χάνει τον χρόνο του. Κάθε στιγμή είναι ευκαιρία για μια καλή επαφή και γνωριμία. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σου χρειαστεί. Εκεί είχα γνωρίσει και τον Ολλανδό, που πέρυσι μου σύστησε έναν πελάτη, ασχέτως αν τελικά δεν έγινε η δουλειά. Το θέμα είναι να έχεις τις διασυνδέσεις και να μεγιστοποιείς τις πιθανότητες να κλείσεις κάποια συμφωνία. Σιγά σιγά έφτιαχνα ένα δικό μου δίκτυο ανθρώπων που σίγουρα στο μέλλον θα τους έβρισκα μπροστά μου.

Είχα αφαιρεθεί, σχεδόν τον είχα ξεχάσει τον κυριούλη.

Ίσως και να μου μιλούσε τα τελευταία ένα-δυο λεπτά , αλλά εγώ έκανα εντελώς ασυναίσθητα καταφατικές κινήσεις με το κεφάλι μου, χωρίς να προσέχω τις φράσεις του. Έπρεπε να στείλω κι εκείνη την πρόταση με mail, για την οποία έμεινα πίσω στο γραφείο και δεν πήγα να φάω με τους άλλους. Κοίταξα την οθόνη του υπολογιστή, έκανα κλικ στα Εισερχόμενα και άνοιξα και το εσωτερικό μας δίκτυο για να δω αν είχε βάλει κανείς τους πίνακες που είχα ζητήσει.

Πριν του δώσω να καταλάβει πως έχω δουλειά να κάνω, έμενε κάτι τελευταίο που ήθελα να μάθω από εκείνον στα γρήγορα. Το μοναδικό που μ’ ενδιέφερε και δεν είχα αποκαλύψει ακόμα, ήταν το μυστήριο της τσάντας. Τι είχε άραγε μέσα αυτή η μεγάλη δερμάτινη καφετιά τσάντα; Ήθελα να μάθω για το φορτίο της, έτσι από καθαρή ατόφια περιέργεια, για να μου φύγει η σκέψη που είχε κολλήσει στο μυαλό και μου έκλεβε χρόνο από άλλες χρήσιμες ασχολίες.

«Η τσάντα σας μου αρέσει!»

« Η τσάντα μου; Ω, σ’ ευχαριστώ! Την αγαπώ πολύ αυτή την τσάντα!»

«Νομίζω πως κι ο πατέρας μου είχε κάποτε μια τέτοια μεγάλη τσάντα…»

« Την έχω από νέος. Μου θυμίζει κάθε εποχή της ζωής μου. Παλιά κουβαλούσα εδώ μέσα οτιδήποτε έπρεπε ή νόμιζα πως έπρεπε να έχω μαζί μου κατά τη διάρκεια της ημέρας. Γι’ αυτό είναι μεγάλη αυτή η τσάντα. Χωράει αμέτρητα έγγραφα, κλειδιά, φαγητά, λογαριασμούς, συμβόλαια, υφάσματα, πουκάμισα, δεύτερη αλλαξιά εσώρουχα, γραβάτες, επιστολές κι άλλο ό,τι μπορείς να φανταστείς…»

«Και τώρα… αν δεν είμαι αδιάκριτος βεβαίως…. τι…. τι έχετε μέσα στην τσάντα;»

Χαμογέλασε ξανά. Αλλά καθυστερούσε να μου απαντήσει. Γιατί δε μου απαντούσε; Όπα! Τι γινόταν; Ήταν η πρώτη φορά που δε μου μιλούσε αμέσως.

«Το λέω επειδή μου φαίνεται άδεια… σα να μην έχει τίποτα μέσα…», προσπάθησα να δικαιολογήσω το θράσος μου.

« τι έχει η τσάντα, ε;»

«Δε θέλω να σας φέρω σε δύσκολη θέση, απλώς εγώ…»

«Μην ανησυχείς καλό μου παιδί , δε με φέρνεις σε δύσκολη θέση.»

 Χαμήλωσε το βλέμμα του. Κάτι σκεφτόταν. Δεν το περίμενε να τον ρωτήσω. Αλλά έτσι ήμουν εγώ. Το είχα μάθει πια από την ίδια μου τη δουλειά να μπορώ να εκμαιεύω πληροφορίες, να πετυχαίνω με έξυπνα ευγενικό τρόπο αυτό ακριβώς που θέλω.

Σήκωσε το βλέμμα του.

Δεν είχα προσέξει τόση ώρα πως έχει τόσο όμορφα, ζωντανά μάτια. Ναι, μπορεί να φαίνεται περίεργη η χρήση της λέξης «όμορφα», αλλά έτσι ήταν. Με κοίταξε πολύ έντονα, κέντραρε ακριβώς στο ύψος τον οφθαλμών μου, ένα βλέμμα από το οποίο δε μπορείς να ξεφύγεις.

«Κρατάς μυστικό;» , μου λέει συνωμοτικά κι ας μη μας άκουγε κανείς. Υπήρχαν μόνο δυο τρεις δακτυλογράφοι και η μεταφράστρια στο βάθος της αίθουσας. Ήταν μακριά μας για να ακούσουν.

«Μυστικό;» χαμογέλασα αμήχανα. «Φυσικά, μπορώ να κρατήσω μυστικό… Είναι κομμάτι της δουλειάς μου να κρατάω μυστικά, είμαι εκπαιδευμένος σ’ αυτό…».

Τι θα μου έλεγε; Ποιο ήταν το μυστικό; Τι θα μπορούσε δηλαδή να κουβαλάει μαζί του;

«Μέσα στην τσάντα έχω…. έχω χαμόγελα.»

Τι;;;

«Χαμόγελα…; Δηλαδή , τι εννοείτε;»

«Χαμόγελα. Βέβαια για να είμαι ακριβής είναι αληθινά χαμόγελα, βγαλμένα από την ψυχή, δεν είναι εκείνα τα χαμόγελα που καμιά φορά σχηματίζονται ελλείψει άλλης γκριμάτσας ή επειδή θέλουμε να φανούμε ευγενείς, ενώ δεν το νιώθουμε πραγματικά…»

Τι λέει; Έχει σαλτάρει ο γεράκος.

Χαμογέλασα. Αλλά αμέσως συνειδητοποίησα πως το χαμόγελό μου ήταν απ’ αυτά τα οποία μόλις ανέφερε ,τα… μη αληθινά. Σοβάρεψα απότομα. Δεν ήξερα αν έπρεπε να τον αντιμετωπίσω ως κάποιον που λέει κάτι φαιδρό ή κάτι που απλώς δεν καταλαβαίνω.

Του έδωσα άλλη μια ευκαιρία.

« Πως δηλαδή τα μαζεύετε και… και τι κάνετε… τι τα κάνετε… θέλω να πω…». Τι βλακείες ρωτάω. Τι να μου απαντήσει τώρα…

« Τα μαζεύω κάθε μέρα, όπου και να βρίσκομαι. Και τα μαζεύω γιατί συνεχώς κάπου τρέχουμε, είμαστε βιαστικοί. Ωράρια, προθεσμίες παντού. Θυμάσαι που σου είπα μόλις έκατσα εδώ πως προσπαθώ πια να μη βιάζομαι ποτέ; Ε, στο ‘πα, αλλά δεν τα καταφέρνω πάντα. Είτε θα βιαστώ εγώ , είτε θα βιαστούν οι άλλοι άνθρωποι. Κι έτσι δεν προλαβαίνω να τα ζήσω τα χαμόγελά τους. Γι’ αυτό και μόλις μου τα χαρίσουν , τα φυλάω αμέσως στην τσάντα μου. Να, εδώ τα βάζω στη μεγάλη θήκη, που χωρά πολλά. Κι είναι θησαυρός, να το ξέρεις. Το γνωρίζω πως κρατώ κάτι πολύτιμο. Και κάθε βράδυ, όταν επιστρέφω στο σπίτι μου, ξαναπαίρνω αγκαλιά την τσάντα. Είναι η ιεροτελεστία μου αυτή.  Η ιεροτελεστία μου… Και τα ανοίγω ένα- ένα , σαν να ‘ναι δώρα. Θυμάσαι μικρός πόσο αγαπούσες τα δώρα που βρίσκονταν κάτω από το χριστουγεννιάτικό δέντρο;

«…ναι… το θυμάμαι…»

«Έτσι έχω κι εγώ τα χαμόγελα που μαζεύω κάθε μέρα. Είναι σαν να τα’ ανοίγω πολύ πολύ πολύ πολύ προσεκτικά… όπως όταν ανοίγουμε κάτι που μας χάρισαν και δε θέλουμε να τσαλακώσουμε και να σκίσουμε το πανέμορφο περιτύλιγμα. Απαλές κινήσεις, σιγά- σιγά βγάζουμε το σιλοτέηπ, ξεδιπλώνουμε τις γωνίες κι ουουυυυπ! Νάτο το δώρο μας! Νάτα τα χαμόγελα! Κι αμέσως θυμάμαι τα πρόσωπα εκείνων που μου τα χάρισαν… γενναιόδωρα… Και αγαπώ ακόμα περισσότερο τη ζωή, ακόμα περισσότερο τους ανθρώπους. Και αυτό ζεσταίνει την ψυχή μου, γαληνεύει τον ταραγμένο μου νου. Με ηρεμεί… με κάνει ελεύθερο!

Έμεινα να τον κοιτάζω, παρασυρμένος από τη διήγησή του. Έμοιαζε με παραμύθι.

«… και μαζεύετε πολλά χαμόγελα…;»

«Είναι μέρες γεμάτες χαμόγελα. Αληθινά χαμόγελα. Είναι σαν να πέφτεις πάνω σε σμήνος αγάπης. Ειδικά όταν συναντάς πολλά παιδιά. Α, εκεί είναι παράδεισος! Γεμίζει ολόκληρη η τσάντα! Και το καταπληκτικό με τα χαμόγελα είναι πως δεν έχουν βάρος! Όσα πιο πολλά έχεις τόσο πιο αέρινο μοιάζει το φορτίο! Τόσο πιο πολύ πετάς! Πετάς! Είναι οι μέρες που επιστρέφω στο σπίτι ευτυχισμένος, γιατί ξέρω πως με περιμένουν πολλά δώρα, όταν θα μείνω σιωπηλός μόνος μου με τα χαμόγελα. Είναι και κάτι άλλες μέρες όμως… που δεν συναντώ χαμόγελα. Ένα… ή δύο… ή και κανένα. Απολύτως κανένα. Και η τσάντα μου είναι άδεια. Απελπιστικά άδεια. Και βαριά. Πραγματικά βαριά. Ασήκωτη.».

Προς στιγμήν είχα χαθεί μέσα στην ιστορία του. Ήταν απρόσμενη αυτή η εξήγηση για το φορτίο της τσάντας. Τον καταλάβαινα, τον συμπονούσα σχεδόν… Είχε περάσει πολλά… Έπρεπε να βρει μια παρηγοριά. Ακόμα και σε κάτι που ακουγόταν σε μένα αστείο. Χαμόγελα… χμ… Χαμόγελα…. Άκου πράγματα… Μα σε τι συζήτηση είχα μπλέξει…; Ήταν γλυκός άνθρωπος και μπορούσα για λίγο ν’ ανεχτώ την παιδικότητά του. Είχε μια δική του τρέλα και αυτή η παραδοξότητα καμιά φορά έχει πλάκα..

«Ομολογώ πως είναι η πιο περίεργη συλλογή που έχω ακούσει ποτέ. Ποιος άλλος να μαζεύει… χαμόγελα;», είπα με μια μικρή δόση ειρωνείας , που μου βγήκε ασυναίσθητα, χωρίς να το θέλω.

«Ποιος ξέρει… ίσως κι άλλοι να μαζεύουν χαμόγελα…»

«Εγώ πάντως πάντοτε ήθελα να κάνω συλλογή από αυτοκίνητα , αλλά… όπως καταλαβαίνετε, αυτό προς το παρόν είναι λιγάκι δύσκολο. Έχω ένα καλό αυτοκίνητο, που το πήρα προσφάτως, αλλά ακόμα το χρωστάω. Το παλιό το έδωσα, γιατί αλλιώς δεν έβγαινε ο λογαριασμός, ξέρετε… Απέχω πολύ ακόμα από το να γίνω συλλέκτης. Θέλω τα χρονάκια μου. Αλλά πάμε καλά, μέχρι την ηλικία σας υπολογίζω να ‘χω αποκτήσει μερικά καλά κομμάτια. Χωρίς παρεξήγηση αυτό που είπα για την ηλικία σας! Μέχρι τότε… μαζεύω άλλα πράγματα. Η μοναδική συλλογή που έχω – αλλά είναι ομολογουμένως πολύ πλούσια και είμαι υπερήφανος γι’ αυτή- είναι η συλλογή μου από ρολόγια. Όπου και να ταξιδέψω – και ταξιδεύω αρκετά είτε με τη δουλειά, είτε μόνος μου μια φορά το χρόνο που θα πάω σε κάποιο εξωτικό μέρος για διακοπές- θα πάρω κι ένα ρολόι. Αυτό το κάνω πάντα και το ξέρουν και οι φίλοι μου και όταν φτάνουμε κάπου έχουν  το νου τους κι εκείνοι αν δουν κάποιο καλό ρολόι να μου το πουν. Έχω ό,τι ρολόι μπορείτε να φανταστείτε. Και πολύ ακριβά, που τα προσέχω που τα φοράω για να μη χαλάσουν και λιγότερο ακριβά που δύσκολα όμως μπορείς να τα ξαναβρείς, δύσκολα να ξαναπάς στο μέρος απ’ όπου το αγόρασες. Κι έχω βρει και ρολόγια ανέλπιστα καλά και σε χώρες που δεν το περίμενα με τίποτα. Μέχρι και το ρολόι ενός ξεπεσμένου Λόρδου του δέκατου ένατου αιώνα , αγόρασα σε δημοπρασία στην Αγγλία. Ενός Λόρδου Εκλστον. Έχω ένα κόλλημα με τα ρολόγια, είναι το φετίχ μου μάλλον. Δεν ξέρω το γιατί, ίσως επειδή κοιτάζω πολύ συχνά την ώρα… χαχαχα! Ναι, τώρα που το σκέφτομαι ίσως γι’ αυτό. Η ώρα είναι αυτό που έχω κοιτάξει περισσότερες φορές στη ζωή μου – φυσικά μετά από τον εαυτό μου στον καθρέφτη, αυτό δεν συγκρίνεται με τίποτα. Περισσότερο έχω κοιτάξει συνολικά την ώρα, παρά τον ουρανό, τα σύννεφα, τους άλλους ανθρώπους. Και δεν το λέω σαν να είμαι κάνας συγγραφέας που λέει έτσι δήθεν ωραία λόγια. Πραγματικά… Μόνο τον υπολογιστή έχω κοιτάξει περισσότερο, αλλά αυτό δεν μετράει , γιατί γίνεται αναγκαστικά, όλη η δουλειά είναι πλέον μπροστά στην οθόνη, δε μπορώ να κάνω κι αλλιώς. Αλλά κι όταν δεν έχω δουλειά και δεν κάνω κάτι που να με κυνηγάει, εγώ κοιτάζω από μόνος μου συνεχώς το ρολόι. Αφού να φανταστείτε πως όταν είχα χτυπήσει το χέρι μου στο τένις, όταν ακόμα δεν ήμουν τόσο καλός όπως σήμερα,  από συνήθεια κοιτούσα συνέχεια τον επίδεσμο, νομίζοντας πως εκεί βρίσκεται ακόμα το ρολόι. Τόσο πολύ σας λέω! Πάντως… αν ποτέ χρειαστείτε κάποια συμβουλή για καινούριο ρολόι, να μ’ έχετε υπόψη σας!».

Νομίζω πως τον εντυπωσίασα. Όντως ήμουν πολύ περήφανος για την συλλογή μου και θα μπορούσα να μιλούσα για ώρες ολόκληρες για ρολόγια.

Στο βάθος ακούστηκε το τσούρμο των συνεργατών μου, που επέστρεφαν από το μεσημεριανό φαγητό. Είχε μόλις ανοίξει το ασανσέρ και είχαν ξεχυθεί στο διάδρομο χαρούμενοι , χορτασμένοι κι έτοιμοι να κατακτήσουν αυτό τον κόσμο. Τουλάχιστον οικονομικά.

«Χάρηκα πολύ που σας γνώρισα …» , του είπα απλώνοντας το χέρι μου.

«Κι εγώ χάρηκα, αγόρι μου! Να ‘σαι πάντοτε καλά»

«…Και συγνώμη για τις ερωτήσεις μου…»

« Αν δε ρωτήσεις, πως περιμένεις ν’ ανακαλύψεις αυτόν τον κόσμο; Μια ερώτηση είναι η κάθε απάντηση. Κι από μία ερώτηση φτιάχτηκε το σύμπαν.

«Ποια ερώτηση;»

«Τι είναι αγάπη;»

Α, μάλιστα. Ωραίο! Να το κάνουμε και τραγούδι.

«Καλή συνέχεια σου εύχομαι!»

«Γεια σας, χάρηκα… θα τα πούμε.»

Ωραία, που μείναμε; Το mail! Πρέπει να στείλω το mail. Κοίταξα το ρολόι μου. Έχασα πολύ ώρα μαζί του, γαμώτο. Κάτσε να συγκεντρωθώ τώρα.

Το επόμενο διάστημα οι πιέσεις στην δουλειά γίνονταν όλο και πιο φορτικές.

Υπήρχε ένα κλίμα πανικού.

Όλο και πιο αυστηροί σε θέματα ασφαλείας – δεν περνούσε ούτε μυρμήγκι χωρίς εξονυχιστικό έλεγχο μετά και τη δεύτερη επίθεση σε ανταγωνιστική με μας εταιρεία – όλο και πιο σκληροί στις απαιτήσεις για άμεσα αποτελέσματα και κέρδη. Η αγορά και ο ανταγωνισμός μπορούν να σε διαλύσουν, ακόμα κι αν νιώθεις πως είσαι φτιαγμένος για ένα τέτοιο επικίνδυνο παιχνίδι αδρεναλίνης.

Ήμουν πολύ κουρασμένος, αλλά δεν υπάρχει πισωγύρισμα στο σενάριο αυτό. Ή αποδέχεσαι τους όρους ή πας σπιτάκι σου και παρατάς τα σχέδια για καριέρα και καταξίωση. Κι αν τα παρατήσεις , τι κάνεις δηλαδή; 

 I ‘m not a looser, είπα στον νέο σύμβουλο που μας έφεραν από την Αμερική , για να βελτιώσει την παραγωγικότητά μας σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς και μόλις με είχε κατηγορήσει ξεκάθαρα μπροστά σε όλους πως δυσκολευόμουν ν’ ανταποκριθώ στις απαιτήσεις του. Εξήγησα τη θέση μου, υπερασπίστηκα κάποιες κινήσεις που είχα δοκιμάσει και ξεκαθάρισα πως από την δική μου πλευρά θα έκανα το καλύτερο δυνατό.

Ήταν η πρώτη φορά όμως που ένιωθα τόσο ανασφαλής. Είχαν αρχίσει οι απολύσεις, οι περικοπές. Έμοιαζε παράλογο για ένα κολοσσό όπως η δική μας εταιρεία, αλλά κανείς δε μπορούσε ν’ απευθυνθεί στη λογική κάτι τέτοιες εποχές γενικής παράκρουσης. Η συνεχώς ανοδική επαγγελματική πορεία μου, έμοιαζε τώρα στάσιμη. Μάλλον κάτι χειρότερο: καθοδική. Καθοδική; Όχι, όχι… ελπίζω όχι. Ή μήπως… λέω ψέματα στον εαυτό μου; Ή απλώς κάνω αρνητικές σκέψεις; Δεν ξέρω…

Μια μέρα παρατήρησα πως ξαφνικά είχα άσπρες τρίχες στα μαλλιά μου. Κι έχανα κάποιες από αυτές. Τις έβρισκα μπροστά στο λευκό πληκτρολόγιο του υπολογιστή, στο μαξιλάρι, στα ρούχα μου. Ίσως έφταιγε η κακή διατροφή. Ίσως ο άστατος, σχιζοφρενικός ύπνος.  Τα βράδια μου ήταν πια ακόμα πιο δύσκολα από τις ήμερες. Με το που έπεφτα να κοιμηθώ, μου καρφώνονταν στο μυαλό όλες οι αναθεματισμένες λεπτομέρειες της δουλειάς. Τι μου είπε ο ένας, τι μου είπε ο άλλος, τι εννοούσε,  τι υπονοούσε, τι θα μπορούσε να εννοεί αν … σε περίπτωση που… αλλά απ ‘την άλλη… Με ειρωνεύτηκε, ήθελε να μου πει κάτι και δεν μπορούσε; μου σκάβει το λάκκο, θέλει κάτι από μένα; Κοιτούσα το ρολόι. Σηκωνόμουν από το κρεβάτι. Έπρεπε εκείνη την ώρα να πάρω αποφάσεις, να σκεφτώ πιθανότητες, εναλλακτικές, να αναλύσω καταστάσεις. Έφτιαχνα εσπρέσο μέσα στο άγριο χάραμα. Άνοιγα το λάπτοπ. Τρίχες πεσμένες παντού. Ξαφνικά κολλάει το ίντερνετ. Έχω ιό στον υπολογιστή; Τώρα βρήκε; Τίποτα δεν πάει καλά. Έτρωγα απομεινάρια απ’ το χθεσινό κινέζικο. Ξημέρωνε. Ας κάνει κάποιος τα κωλόπουλα απ’ το άλσος να το βουλώσουν…

Άρχισα να παίρνω ένα χαπάκι για το βράδυ, για να μπορώ να ξεκουράζομαι, γιατί πήγαινα στη δουλειά με πρησμένα μάτια, κατάκοπος, έτοιμος να καταρρεύσω.

Με την άκρη του ματιού και της προσοχής μου, έβλεπα τον κυριούλη με την τσάντα να συνεχίζει να ‘ρχεται στο γραφείο.

Έλεγα ένα τυπικό «γεια» και συνέχιζα το γράψιμο. Δε μ’ ενδιέφερε πια ο τύπος, ούτε οι τσάντες με τα παρανοϊκά ποιητικά χαμόγελα. Είχα πολύ σοβαρά θέματα ν’ ασχοληθώ. Πραγματικά σημαντικά θέματα. Από αυτά που κρίνουν πολλά. Από αυτά που διαχειρίζονται σημαντικοί άνθρωποι. Άνθρωποι που ξεχωρίζουν.

Ένα από τα project μου πήγε αρκετά καλά. Μπορεί και να έσπαγε η παρατεταμένη γκαντεμιά.

Οι τελευταίοι μήνες φανταζόμουν πως θα καταγράφονταν στην προσωπική μου ιστορία, ως εκείνη η περίοδος με το μεγάλο άγχος, αλλά και τις μεγάλες ευκαιρίες να ανελιχθώ. Πάντοτε μέσα στην κρίση, αν επιβιώσεις μπορείς να βελτιώσεις τη θέση σου και να γίνει ακόμα πιο δυνατός. Αυτό είχα βάλει ως στόχο. Αυτό ήμουν εγώ. Μονόδρομος.

Περιέργως, λίγο καιρό αργότερα,  άρχισα να ασχολούμαι ξανά με τον ονειροπαρμένο δύσμοιρο κυριούλη με την τσάντα. Χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα να αποζητώ το πρόσωπό του. Ήταν το μοναδικό που συναντούσα μέσα στη μέρα που με ηρεμούσε. Όλοι έμοιαζαν εχθρικοί. Κι ήταν εχθρικοί, δεν επρόκειτο για μια δική μου φαντασιακή απειλή. Ο ένας προσπαθούσε να πατήσει πάνω στον άλλον και με μεγάλη χαρά και ηδονή ακόμα και πάνω στο πτώμα του. Μόνο αυτή η δική του αστεία φάτσα – αυτή η κακοφτιαγμένη με την απαράδεκτη φαλάκρα , το ντεμοντέ μουστάκι και τα παιδικά μάτια – μου έμοιαζε οικεία. Σαν να ήταν ένα μέλος της οικογένειάς μου… Σαν να τον ήξερα από παλιά. Σαν να είχαμε μοιραστεί τα πάντα, ενώ δεν είχαμε πει και πολλά. Ουσιαστικά μόνο για την συλλογή με τα ρολόγια μου του είχα πει, κάτι που δεν ήταν μυστικό, το ακριβώς αντίθετο μάλιστα.

Με χαρά διαπίστωνα πως ήταν Τετάρτη ή Παρασκευή και θα τον συναντούσα, να του πω ένα γεια ,να μου πει «καλημέρα, παιδί μου! Είσαι καλά;» και να νιώθω πως την εννοεί την ερώτησή του. Μάλλον το άγχος μου με οδηγούσε κάθε φορά σ’ εκείνον. Μου έβγαζε μια ζεστασιά, μια ασφάλεια. Ενώ όλα τα πρόσωπα άλλαζαν τριγύρω μου, γίνονταν πιο άσχημα, πιο βίαια, πιο απαιτητικά, πιο ξένα, το δικό του παρέμενε ίδιο. Με μια απερίγραπτη διαύγεια στο βλέμμα, μια καλοσύνη δυσεύρετη. Ίσως γιατί δεν είχε τόσες υποχρεώσεις, τόσα βάσανα όσο εμείς οι υπόλοιποι… Μα τι λέω; Δεν είχα βάσανα αυτός που είχε χάσει το μοναχοπαίδι του; Αλλά από την άλλη, δεν είχε να τρέξει μια καριέρα… και είχε και τα χαμόγελά του… ποια; Τι λέω; ΤΙ ΛΕΩ;  Ας με βοηθήσει κάποιος , σκέφτομαι βλακείες. Σκέφτομαι τσάντες με χαμόγελα, έχω ξεφύγει… ας επιστρέψω στην πραγματικότητα! Βοήθεια! ΒΟΗΘΕΙΑ!

Εκείνη την Παρασκευή, αφού είδα τον κυριούλη με την τσάντα να φεύγει κι αφού αντευχηθήκαμε «Καλό Σαββατοκύριακο», χτύπησε το εσωτερικό μου τηλέφωνο.

Εκείνη την Παρασκευή, δέκα λεπτά αργότερα, βρισκόμουν στο δρόμο. Απολυμένος.

Είχαμε μπει στα δύσκολα χρόνια.

Προσπάθησα να βρω δουλειά. Προσπάθησα πολύ.

Ποτέ δεν το περίμενα πως θα βρισκόμουν σε τέτοια κατάσταση. Άρχισε να με πιάνει απελπισία. Οι πρώτοι μήνες ήταν εφιαλτικοί. Οι επόμενοι ακόμα περισσότερο.

Δεν ήξερα πως υπήρχε αυτή η ζωή.

Πούλησα το αυτοκίνητο. Ήδη όμως χρωστούσα , χρωστούσα πολλά. Άρχισα να δανείζομαι από τη μητέρα μου. Μου έστελνε λεφτά κάθε δεύτερη εβδομάδα. Θα της τα επέστρεφα μόλις έβρισκα κάτι. Μόλις ξαναστεκόμουν στα πόδια μου. Άρχισα να δανείζομαι ακόμα περισσότερα. Δεν ήξερα ακριβώς τις οικονομικές αντοχές της. Μια άρρωστη γυναίκα ήταν κι εκείνη, που δε μπορούσε να βγει να δουλέψει. Τι άλλο να πουλούσε, μόνο το σπίτι έμενε και η σύνταξή της. Δανείστηκα και από την πρώην σύζυγό μου. Δεν είχαμε χωρίσει πολύ καλά και μου ήταν δύσκολο να της ζητήσω δανεικά. Αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Μου έδωσε τα μισά απ’ όσα ζήτησα. Αντιμετώπιζε κι εκείνη πρόβλημα, όπως μου είπε.

Δεν υπήρχε διέξοδος.

Ένιωθα να χάνομαι. Ήμουν μονίμως κατηφής, άρχιζα να χάνω ακόμα και την εσωτερική δύναμη που κινητοποιεί τους ανθρώπους στα δύσκολα. Έχανα μαλλιά, δεν έβρισκα λύσεις. Για πρώτη φορά με είδα να κλαίω. Μόνος μου. Να κάθομαι στο σαλόνι και να κλαίω. Εγώ να κλαίω… Και να παίρνω περισσότερα χάπια. Για να μην κλαίω. Και να μην βυθίζομαι στις σκέψεις μου.

Μια Παρασκευή- όπως εκείνη που τον πρωτοσυνάντησα, όπως εκείνη που έχασα τη δουλειά και τη ζωή μου- μου ‘ρθε ξαφνικά στο μυαλό η μορφή του κυριούλη με την τσάντα.

Απρόσκλητος επισκέπτης η φιγούρα του και με αναστάτωσε. Αλλά ήταν μια αναστάτωση που μετά το αρχικό ξάφνιασμα, γέννησε εντός μου μια ακαθόριστη λυτρωτική ελπίδα. Τα χαμόγελα! Ναι, τα χαμόγελα! Εκείνος είχε βρει έναν τρόπο! Κάτι ήξερε! Ήξερε για τα χαμόγελα! Πρέπει να τον βρω, πρέπει να βρω τον κυριούλη με την τσάντα! Αυτό είναι!

Ο κυριούλης θα με βοηθήσει!

Δε μ’ ενδιέφερε πια καμία λογική σκέψη. Είχα αφεθεί πλήρως στο συναίσθημα, στο πληγωμένο μου κομμάτι, στην εύθραυστη ψυχολογία μου. Και ήθελα πάση θυσία να βρω τον κυριούλη! Τώρα! Τώρα! Αυτή την στιγμή. Ντύθηκα , φόρεσα ξανά μετά από μέρες, μετά από εκείνο το αποτυχημένο επαγγελματικό ραντεβού, καλά ρούχα. Θα πήγαινα στην εταιρία να τον αναζητήσω.

Ο σεκιουριτάς πίσω από τα κάγκελα ήταν άγνωστη φάτσα. Και η δική μου του ήταν άγνωστη και γι’ αυτό απειλητική.

«Ξέρετε δούλευα εδώ, πριν κάτι μήνες…»

«Και σε τι θα μπορούσαμε να σας εξυπηρετήσουμε τώρα;»

«Είναι ένας κύριος με μουστάκι και με μια μεγάλη τσάντα που…μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα…»

« Λυπάμαι δεν γνωρίζω κάποιον τέτοιον κύριο.»

Δε θα με άφηναν να περάσω πάνω. Δε θα με βοηθούσαν με τίποτα. Βγήκα από την κεντρική είσοδο. Σήκωσα το τηλέφωνο και κάλεσα τον Τόνυ.

«Που είσαι εσύ , που χάθηκες τόσον καιρό;» μου απάντησε.

«μπλα, μπλα, μπλα, μπλα» , του είπα εγώ. Δικαιολογίες.

« Ψάχνω έναν τύπο… δεν ξέρω αν το θυμάσαι… ήταν ένας…. Μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα».

«Ναι, τώρα κατάλαβα ποιόν λες… αλλά κι αυτόν έχω να τον δω καιρό… δεν είμαι σίγουρος πόσο… ίσως κάνα τρίμηνο… μάλλον θα φυγε από ‘δω…»

« Ήταν οδηγός. Ήταν οδηγός κάποιου εκεί μέσα. Μήπως μπορείς να το κοιτάξεις και να μου πεις; Σε παρακαλώ…»

«Γιατί τον ψάχνεις; Σου χρωστάει λεφτά;»

«Ναι, ναι! Είναι ανάγκη να τον βρω…»

 Πήρα άλλους δύο συναδέλφους. Του ενός το τηλέφωνο δεν ίσχυε πια. Ο δεύτερος μου το έκλεισε γρήγορα και άκομψα.

«Είμαι σε meeting τώρα, θα με πάρεις κάποια άλλη στιγμή, please

Την επόμενη μέρα ξαναπήγα στην εταιρία.

Στεκόμουν απέναντι από την πόρτα, μήπως τύχει και περάσει κάποιος γνωστός μου ή ακόμα και ο ίδιος ο κυριούλης με την τσάντα. Μπορεί ξαφνικά να επέστρεφε ή να μην είχε προσέξει ο Τόνυ πως δούλευε ακόμα ως οδηγός. Ένας σεκιουριτάς με πλησίασε. «Θέλετε κάτι;» «Ναι περιμένω έναν φίλο που δουλεύει… που δουλεύει πάνω…».

Μετά από μισή ώρα, ήρθα μαζεμένοι τρεις σεκιουριτάδες.

«Μπορούμε να σας βοηθήσουμε σε κάτι;»

«Περιμένω έναν φίλο…»

«Το όνομά του και σε ποια εταιρεία δουλεύει ακριβώς, παρακαλώ;». Είπα το ονοματεπώνυμο του Τόνυ.

«Αν έχετε την καλοσύνη τηλεφωνήστε του να κατέβει, αλλιώς θα σας ζητήσω να μην περιμένετε εδώ. Για λόγους ασφαλείας δεν επιτρέπεται η παραμονή σ’ αυτόν τον χώρο».

«Δούλευα παλιά εδώ…»

«Πολύ ωραία. Ισχύει και πάλι ό,τι ακριβώς σας είπα.»

Ο Τόνυ δεν το σήκωνε. Δεν το σήκωνε και τις επόμενες μέρες. Πήρα κι από απόκρυψη. Και πάλι τίποτα.

Μα έπρεπε να τον βρω τον κυριούλη. Εκείνος είχε τα χαμόγελα μέσα στην τσάντα του! Εκείνος θα με βοηθούσε! Μόνο εκείνος!

Τον έψαχνα. Τον έψαχνα παντού.

Έψαχνα έναν άνθρωπο με μία τσάντα που ‘χε χαμόγελα. Δεν ήξερα πως αλλιώς να τον αναζητήσω. Ρωτούσα τους περαστικούς…

 «Μήπως είδατε κάποιον με μια μεγάλη τσάντα;» « Έχει μια τσάντα, είναι καφετιά, από εκείνες τις παλιές, τι μεγάλες, είχε και ο πατέρας μου κάποτε μια τέτοια;» , «Μήπως τον είδατε; Είναι ο κυριούλης με την τσάντα…», «έτσι τον έλεγα από μέσα μου, κυριούλη. Έτσι τον ξέρω… μήπως τον είδατε;» , « είναι οδηγός…», «είναι ο δικός μου οδηγός…», «ψάχνω κάποιον που έχει μια τσάντα με χαμόγελα…» , «ναι, χαμόγελα έχει! Μήπως τον έχετε συναντήσει κάπου;» , «είναι ο πιο καλοσυνάτος άνθρωπος του κόσμου… κι έχει μια τσάντα με χαμόγελα…» , «… κι ανοίγει την τσάντα τις νύχτες, σα να ναι δώρα… θυμάστε τα δώρα κάτω από το χριστουγεννιάτικό δέντρο;», « είναι τα χαμόγελα… τ’ αληθινά χαμόγελα…», « μήπως έχετε χαμογελάσει ποτέ αληθινά σε κανέναν; Μήπως ήταν εκείνος, μήπως τον έχετε συναντήσει, μήπως θυμάστε να μην κοιτάζατε εκείνη την στιγμή το ρολόι σας, μήπως είδατε τα μάτια του, μήπως δεν βιαζόσασταν, μήπως είδατε έναν αληθινό άνθρωπο, μήπως… μήπως… σας παρακαλώ…» .

Δεν τον έβρισκα. Σαν να μην υπήρχε. Σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Έχασα το μυαλό μου. Αποτρελάθηκα.

Το επόμενο διάστημα κλείστηκα στο σπίτι. Δεν έβγαινα πια. Δεν είχα όρεξη. Δεν ήθελα ούτε από το κρεβάτι να σηκωθώ. Με παράτησα, με πέταξα στα σκουπίδια. Δεν πήγαινα ούτε στον γιατρό.

Στη μητέρα μου έλεγα πως ήμουν καλά, πως όλα ήταν υπό έλεγχο. Της έλεγα πως έβγαινα έξω με φίλους και γνωστούς. Το ίδιο και σε κείνους τους ελάχιστους που μου τηλεφωνούσαν ακόμα.

Ένα μεγάλο ψέμα γεννήθηκε εντός μου και πλέον κυρίευε τη ζωή μου. Μόλις έκλεινα το ακουστικό, το ψέμα τελείωνε για εκείνους κι άρχιζε για μένα. Επέστρεφα στον εφιάλτη μου.

Προσπάθησα ν’ αυτοκτονήσω.

Να κρεμαστώ στο μπάνιο. Ήταν κάτι δύσκολο. Τελικά κατάφερα να ζήσω, κάτι ακόμα πιο δύσκολο. Κι όμως έγινε. Έγινε. Μη με ρωτάτε πως κατάφερα να μιλήσω, να πω όλη την αλήθεια και να ξαναβρώ τη δύναμη.  Έγινε ξαφνικά. Την ύστατη στιγμή..

—————————————————————————————————————————-

Τα χρόνια πέρασαν- πάντοτε περνούν.

Σε λίγες μέρες θα γίνω πενήντα – τεσσάρων.

Μπαίνω μέσα στο κατάστημα. Όλα τα παιδιά με χαιρετούν. Είναι  ευγενικοί οι υπάλληλοι σ’ αυτό το υποκατάστημα της αλυσίδας.

Χαίρομαι πολύ όταν τους βλέπω. Και μου το δείχνουν κι εκείνοι.

Ο ένας , ο πιτσιρικάς ο κοκκινομάλλης με το σκουλαρικάκι – δεν πρέπει να ‘ναι πάνω από είκοσι-δύο ή είκοσι-τρία – είναι εκείνος που πάντοτε με καλημερίζει με μεγάλη θέρμη. Δείχνει να με συμπαθεί πολύ. 

«Καλημέρα σας!»

«Καλημέρα!»

Στέκομαι μπροστά από τον πάγκο του. Μου χαμογελάει.

«Να σας πω κάτι…;»

«Και βέβαια, ό,τι θέλεις…»

« Θα πρέπει να σας πω πως μου φτιάχνετε τη μέρα όταν σας βλέπω…»

«Είναι υπέροχο αυτό που λες , σ’ ευχαριστώ πολύ…»

«Αλήθεια είναι… το λέμε και με τα άλλα παιδιά εδώ… Εγώ προσωπικά δεν έχω ξαναδεί τόσο ευγενικό κύριο… Και το πρόσωπό σας είναι πάντοτε πολύ ήρεμο… Είναι απίστευτο πως τα καταφέρνετε.. Πραγματικά σας ζηλεύω… και… και σας χαίρομαι έτσι που μπαίνετε πάντοτε χαμογελαστός στο μαγαζί! Χαρούμενος,  ευγενής, με την τσάντα σας πάντα… »

«ω, σ’ ευχαριστώ πολύ…»

« Μια ερώτηση μόνο θέλω να σας κάνω… αν μου επιτρέπετε δηλαδή…»

«Φυσικά. Ό,τι θες.»

« Αν… αν δεν γίνομαι αδιάκριτος… αν δεν σας φέρνω σε δύσκολη θέση…. τι… τι έχετε μέσα σ’ αυτή την τσάντα;»

Share this post

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on email

More to explorer

12. Ο Γύρος Του Κόσμου

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Who Wants To Live Forever | Queen «Θέλω να κάνω τον γύρο του κόσμου», είπε

Read More »

10. Σκουριάζω

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Phantasmagoria In Two | Tim Buckley Κανείς δε μπορεί να τα βάλει με τον χρόνο.

Read More »

9. Ο Κήπος

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Life | Ludovico Einaudi Άνοιξα τα μάτια μου. Το κατάφερα με πολύ κόπο. Ήθελα να

Read More »

8. Ένα Μικρό Ψέμα

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Day Is Done | Nick Drake Με λένε «Καλά είμαι, δεν έχω τίποτα…». Ναι, αυτό

Read More »

5. Ούτε Ένα Δάκρυ

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Nocturne op.37 No1 in G Minor | F.Chopin Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος , με μια

Read More »

© All rights reserved | Made by Elena Kardamitsi