3. Η Ζωή Και ο Προσωρινός Θάνατος της Ελεονόρας Βάις.

Share on facebook
Facebook
Share on google
Google+
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: The Concerto | Manos Hadjidakis (piano cover)

Η Ελεονόρα φόρεσε την φρεσκοπλυμένη ποδιά και τα καινούρια μπλε παπούτσια με τη χοντρή σόλα για τα χιόνια του χειμώνα. Τα κορδόνια παρέμεναν στο μυαλό της μια καθημερινή απειλή και το δέσιμό τους μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία. Αλλά για τέτοιες καταναγκαστικές υποχρεώσεις υπάρχουν οι γονείς, που με τα επιδέξια χέρια τους λύνουν προβλήματα, γρίφους και όσα πρακτικά ζητήματα μοιάζουν αφόρητα δύσκολα στα παιδικά μάτια. Η μητέρα την κοίταξε περήφανα για λίγο στον καθρέφτη και πήρε την κοκάλινη χτένα που έμοιαζε στα μαλλιά της μικρής με καράβι που πλέει απαλά σε αχυρένια θάλασσα . Μικρές χρυσαφένιες μπούκλες χάιδεψαν τους ώμους  και αγκάλιασαν το εύθραυστο αγγελικό πρόσωπό της.

Ένιωθαν κι οι δυο τους τον ίδιο ακριβώς φόβο, μα τον έδειχναν με διαφορετικό τρόπο. Η μικρή με μια πλήρη απουσία λέξεων και ήχων και η μητέρα με την ακριβώς αντίθετη νευρικά φλύαρη παρουσία τους. Το ήξεραν καλά πως είχε φτάσει πια η ώρα: Η πρώτη μέρα στο σχολείο.

Η μέρα που η Ελεονόρα Βάις δεν θα ξεχνούσε ποτέ.

Στάθηκε μόνη της στην μεγάλη αυλή. Ήταν γεμάτη από παιδιά που φώναζαν κι έτρεχαν ή συνωμοτούσαν και μετά ξέσπαγαν σε θορυβώδη γέλια. Εκείνη έμεινε απόμερα να τα κοιτάζει σιωπηλή. Σκούπισε με επιμονή το μαρμάρινο πεζούλι με το χέρι της , για να φύγει το χώμα. Αφού βεβαιώθηκε πως ήταν πλέον καθαρό, έγειρε το σώμα της μέχρι να ακουμπήσει στην άκρη του κρύου μαρμάρου. Δεν την ένοιαζε μη λερώσει την καινούρια ποδιά, μα έπρεπε να εφεύρει κινήσεις, ασχολίες του σώματος και του νου για να μην παραδοθεί στα δάκρυα που ήταν έτοιμα να κατακλύσουν τα μάτια της. Έδινε μάχη να κρατηθεί, δημιουργούσε παράδοξες σκέψεις και εικόνες για να μην αφεθεί στο συναίσθημα. Ήθελε να κλάψει και το γοερό κλάμα της να σκεπάσει όλες τις φωνές των παιδιών. Στο ολόλευκο δέρμα της άρχισαν να γεννιούνται υπόγειοι μορφασμοί, μια εσωτερική τεκτονική ενέργεια που γρήγορα θα μεταμορφωνόταν σε ένα ηφαίστειο με δάκρυα. που θα έκαιγαν και θα άλλαζαν στιγμιαία τη γεωγραφία του προσώπου της. Ένιωθε έρημη κι απελπισμένη. Κι ένιωθε έτσι, γιατί ακόμα δε γνώριζε πως αυτή θα ήταν η πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή της που θα βίωνε την απόκοσμη σιωπή της μοναξιάς.

Ποτέ πια δεν θα ‘ταν μόνη. Ποτέ.

Ένας πιτσιρικάς με ολόισια καστανιά μαλλιά, που σχεδόν του κάλυπταν τα μάτια , κάθισε ακριβώς δίπλα της στο πεζούλι. Άρχισε να περιεργάζεται ένα κομμάτι μαύρο ψωμί που κρατούσε στα χέρια του. Έψαχνε για μικρά σπόρια μέσα στην ψίχα και κάθε ένα που ανακάλυπτε το έβαζε λαίμαργα στο στόμα του. Με ένα απλό τέντωμα του χεριού έμοιαζε να προσφέρει λίγο από το νόστιμο παιχνίδι του στην Ελεονόρα. Εκείνη κούνησε ελάχιστα το κεφάλι, μέχρι να συναντήσει με την άκρη του ματιού της το προσφερόμενο σπιτικό γεύμα. Χωρίς καν να τον κοιτάξει στο πρόσωπο, ψαχούλεψε στην μεγάλη τσέπη της ποδιάς της κι έβγαλε κι εκείνη, τυλιγμένο σ ένα λευκό μαντήλι, ένα κομμάτι ψωμί , με μπόλικα παιχνιδιάρικα και γευστικά σποράκια. Τα δυο παιδιά δεν χρειάστηκε καν να συστηθούν- κανείς από τους δυο τους δε θα θυμόταν αργότερα αν είπαν ποτέ ο ένας στον άλλον τα ονόματά τους- όλα έγιναν απλά, φυσικά. Σα να γνωρίζονταν από πάντα.

Ήταν η πρώτη φορά που η Ελεονόρα Βάις έβγαινε μόνη της από την ασφάλεια του ζεστού σπιτιού στον έξω κόσμο. Κι ο Αντρέας δεν είχε χάσει ούτε μέρα , ούτε λεπτό. Την συναντούσε στην πρώτη διαθέσιμη στιγμή.

Βρισκόταν εκεί, δίπλα της. Βρισκόταν εκεί, δίπλα του.

Οι δυο τους μεγάλωσαν παρέα. Οι παιδικές αναμνήσεις ήταν κοινές. Γνώριζαν ο ένας τις ουλές του άλλου, που ακριβώς είχε πέσει, που είχε χτυπήσει, που είχε κλάψει. Όλα τα σημάδια είχαν μια ιστορία που τους ένωνε. Γελούσαν με τις ίδιες λέξεις, τρόμαζαν με τους ίδιους ήχους, αναγνώριζαν τα ίδια αρώματα. Και τίποτα απ όλα αυτά δεν χρειαζόταν κάποια εξήγηση ή επεξήγηση. Κάποια συμφωνία ή διευκρίνιση. Τίποτα δεν απαιτούσε, τίποτα δεν γινόταν βάρος. Απλώς συνέβαινε.

Μπορούσαν για ώρες  να παρατηρούν τα μικροσκοπικά έντομα που ζούσαν στην χωμάτινη αυλή του σπιτιού της. Περνούσαν ολόκληρα μεσημέρια με εκείνον να της μιλά για τα κατορθώματά και τις περιπέτειες του με τα άλλα αγόρια, απογεύματα ολάκερα που τον παρέσερνε με την αφήγηση των παραμυθιών που της μάθαινε ο πατέρας της, αργόσυρτα βράδια που ανυπομονούσαν να ξημερώσουν για να βρεθούν μαζί και πάλι. Ακόμα κι όταν μάλωναν, το έκαναν ακριβώς όπως συμβαίνει πάντοτε με τ’ αδέρφια.

Η Ελεονόρα ήταν ένα ήσυχο, συνεσταλμένο παιδί που σπανίως μιλούσε. Υπήρχαν άνθρωποι που δεν θυμόντουσαν καν τη χροιά της φωνής της, μα μόνο τα χαρακτηριστικά ξανθά μαλλιά της. Χαμογελούσε συχνά, μα ποτέ δεν έκανε θορυβωδώς αισθητή την παρουσία της. Μόνο μπροστά στον Αντρέας ένιωθε ελεύθερη να τραγουδήσει, να κάνει θεατρινίστικες γκριμάτσες, ακόμα και να διαφωνήσει ή να υψώσει τον τόνο της φωνής της με αποφασιστικότητα.

Μόνο στην Ελεονόρα είχε εξομολογηθεί πως τα φρούτα που έφερνε καμιά φορά στο σπίτι τα έκλεβε από ένα περιβόλι.

Μόνο σε κείνη είχε πει, πριν ξεσπάσουν μαζί στα γέλια, πως το προηγούμενο απόγευμα του φάνηκε πως είχε δει στον ουρανό έναν πελαργό, που κρατούσε στο ράμφος του ένα μωρό. Και μάλιστα ένα μεγάλο μωρό, που θα μπορούσε να ήταν και κανονικός άνδρας. Τι αστεία εικόνα! Ξεκαρδίστηκαν και δε μπορούσαν να συνέλθουν από το πολύ γέλιο. Μόνο μπροστά σε εκείνη είχε τολμήσει να κλάψει, όταν του είπαν πως η μητέρα του ήταν άρρωστη και πως έπρεπε να φύγει για την πόλη και να ζήσει για κάποιους μήνες στο νοσοκομείο. Και όλοι είχαν καταχωρήσει στο μυαλό τους τα δυο παιδιά σαν μέλη της ίδιας οικογένειας, σαν αδέρφια. Όσο περνούσε ο καιρός, αρκετοί ήταν εκείνοι που πρόσεχαν πως ακόμα και τα πρόσωπά τους είχαν μια μικρή, ανεπαίσθητη ομοιότητα. Σχεδόν πια δεν τα ξεχώριζαν ή όταν μιλούσαν για το ένα από τα δυο ,αυτομάτως στο μυαλό συνειρμικά ερχόταν και το όνομα του άλλου.

Ελεονόρα και Αντρέας. Αντρέας και Ελεονόρα.

        Όταν πέθανε η μητέρα του, εκείνος ήταν ήδη πια ένας νεαρός που άφηνε πίσω του πρόωρα και βεβιασμένα τα εφηβικά χρόνια, την εποχή της ανεμελιάς και έπρεπε ξαφνικά να αναλάβει ένα ασήκωτο βάρος ευθυνών και καθηκόντων. Ήταν μια εποχή δύσκολη, όπως κάθε εποχή βίαιου αποχωρισμού. Τότε ,όμως, ήταν που άρχισαν ν’ ακούγονται ξανά οι νότες του πιάνου στο σπίτι.

Ένα παλιό πιάνο, με σκούρο καφέ χρώμα, με ένα καπάκι που έτριζε όταν το άνοιγε κανείς για να παίξει και πλήκτρα που έμοιαζαν να ζητούν επιείκεια και τρυφερότητα, γιατί είχαν γεράσει και δεν άντεχαν τις εντάσεις και τις συγκινήσεις της νιότης τους. Το ψηλό ντο της τελευταίας οκτάβας σχεδόν δεν ακουγόταν πια. Το γειτονικό σολ έδινε κι εκείνο μάχη να κρατηθεί στη ζωή. Κι ας ήταν γέρικο, ήταν το πιάνο της μητέρας του. Εκείνο που άκουγε κάποτε η Ελεονόρα στο δρόμο και ήξερε πως πλησίαζε στο σπίτι του. Ο Αντρέας ποτέ δεν είχε πειθαρχήσει στις προτροπές της οικογένειας να μάθει πιάνο. Η μητέρα του πολλές φορές του είχε ζητήσει να καθίσει μαζί της και να του διδάξει μουσική. Εκείνος πάντοτε έβρισκε μια δικαιολογία για να το αποφύγει. Επικαλούνταν το διάβασμα για το σχολείο, ραντεβού με τα παιδιά της γειτονιάς ή έκτακτη συνάντηση με την Ελεονόρα. Ήξερε πως οι προφάσεις του ακούγονταν αστείες και πως η μητέρα του είχε μια ιδιαίτερη εσωτερική ευγένεια και ποτέ -μα ποτέ- δεν θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Ένα καταφατικό της νεύμα, γεμάτο κατανόηση, ήταν αρκετό για ξεφύγει. Μα πλέον, δε ήθελε να ξεφύγει. Έτσι απλά, όπως απλά γίνονται όλα όσα είναι καμωμένα τελικά να γίνουν, άρχισε μια μέρα να αγγίζει τα πλήκτρα και να εξερευνά τους ήχους που γεννούσαν τα δάχτυλά του. 

        Η Ελεονόρα αγαπούσε πολύ τον χορό.

Χόρευε κι ονειρευόταν. Χόρευε και απολάμβανε κάθε μικρή ελάχιστη κίνηση του σώματός της. Αφηνόταν στο πάθος, τη μέθη του χορού. Αλλά αυτό συνέβαινε μόνο όταν ήξερε πως δεν την έβλεπε κανείς. Ή όταν την κοιτούσε ο Αντρέας. Το σώμα της πρόδιδε πως το μικρό κορίτσι μεταμορφωνόταν πια σε γυναίκα. Υπήρχαν στιγμές που εκείνος άρχιζε ασυναίσθητα να αποφεύγει το βλέμμα της και να βυθίζεται ολόκληρος σε μια πρωτόγνωρη σωματικά τροπική ζέση. Κι εκείνη συνέχιζε να χορεύει , σα να μην υπήρχε κανείς στο δωμάτιο. Κι εκείνος να τραυλίζει, ξαφνικά να χάνει τα λόγια του και η φωνή του να τσακίζει. Με τον καιρό συνειδητοποιούσε τι του είχε συμβεί. Γελούσε με τον εαυτό του. Και τον δικαιολογούσε απόλυτα. Η Ελεονόρα ήταν το πιο εύθραυστο και συγχρόνως το πιο δυνατό πλάσμα του κόσμου. Ένα μικρό λευκό αέρινο σώμα , που μέσα του κατοικούσε η σοφία της αιώνιας νιότης. Πρόσωπο καθαρό, βλέμμα φωτεινό, μια μυρωδιά νεογέννητου μωρού που ανέβλυζε το δέρμα. Κι όλα αυτά δεν έμοιαζαν απλώς προνόμια της συγκυρίας, της μικρής ηλικίας της, μα ήταν τα ξεκάθαρα πειστήρια μιας εσωτερικής διαύγειας. Υπήρχε ένα φως που οδηγούσε τις κινήσεις, τα λιγοστά λόγια και την ψυχική γενναιοδωρία της. Ήταν το ίδιο φως που έλαμπε και στα δικά του μάτια και μόνο εκείνη μπορούσε να διακρίνει ανάμεσα στο πλήθος.

Ήταν αρχές ενός βροχερού φθινοπώρου όταν η Ελεονόρα έφυγε για την πόλη, για να σπουδάσει χορό. Περίμενε και η ίδια πως η στιγμή του αποχαιρετισμού θα ήταν αφόρητα δύσκολη. Το ήξερε πως δεν θα άντεχε και θα έπεφτε κλαίγοντας γοερά στην αγκαλιά του. Ανοιγόκλεισε νευρικά πολλές φορές την βαλίτσα της, ίσιωσε το καπέλο της, τίναξε την σκόνη από το παλτό της, προσπάθησε να εφεύρει ασχολίες του σώματος και του νου , για να μην παραδοθεί στα δάκρυα. Και πάλι όμως- όπως τότε, την πρώτη μέρα στο σχολείο- ένα παιδί με ολόισια καστανά μαλλιά, που πια δεν έπεφταν στα χαμογελαστά μάτια του, κάθισε δίπλα της και της έδιωξε κάθε φόβο, κάθε παραμικρή υποψία μοναξιάς. Η αγκαλιά του Αντρέας ήταν τόσο αληθινή και προστατευτική που την έκανε να φύγει για τη νέα της ζωή χοροπηδώντας ένα- ένα τα σκαλιά του σπιτιού και κάνοντας το χέρι της ,που έγνεφε αντίο, να μοιάζει από μακριά σαν κύκνος που κουνούσε τα φτερά του πριν πετάξει μακριά από τη λίμνη.

—————————————————————————————————————————-

«Σου έχω μια έκπληξη», της είπε, μόλις τακτοποίησαν τα πράγματά της στο δωμάτιο.

Είχε φύγει με μία βαλίτσα, επέστρεφε με τρεις. Κανονική γυναίκα πια. Το σώμα είχε αλλάξει, μα το βλέμμα ήταν το ίδιο, το πιο αναγνωρίσιμο σε ολόκληρο τον κόσμο. Του έγραφε με λαχτάρα κάθε βδομάδα τα νέα της κι εκείνος απαντούσε, γράφοντας με την πένα που αγόρασε με τα χρήματα της πρώτης του δουλειάς ως αγγειοπλάστης. Υπήρχαν μέρες που του ταχυδρομούσε μια ολόλευκη κόλλα ή σελίδες με μοναχά μια λέξη και περίμενε μέχρι τη Δευτέρα το πρωί ν’ ακούσει τον ταχυδρόμο να αφήνει έξω από την πόρτα την αλληλογραφία της. Υπήρχαν δικά του γράμματα με γλαφυρές διηγήσεις και επιπόλαιες ερωτικές περιπέτειες ή φάκελοι μ’ ένα μόνο λουλούδι ή μια κομμένη σελίδα από λογοτεχνικό βιβλίο.

 Πήρε το γνώριμο δρόμο, αυτόν που είχε εδώ και χρόνια να περπατήσει, μα θυμόταν απέξω κάθε βήμα ξεχωριστά. Αναγνώριζε κάθε δρασκελιά της, κάθε λακκούβα και στροφή.

Και αυτός ο ήχος που ερχόταν από μακριά… Κι αυτός της ήταν τόσο οικείος! Ναι, ήταν πιάνο! Ήταν το πιάνο που γεννούσε τις μελωδίες που την καλωσόριζαν στο σπίτι του Αντρέας! Το πιάνο που έκανε την ασημένια κλωστή που ένωνε της ψυχές τους να λαμπιρίζει κάτω από το φως. Εκείνο, με το κάποτε σιωπηλό ντο και το κουρασμένο σολ.  Ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και τον βρήκε να κάθεται στο παλιό πιάνο της μητέρας του και τα χέρια του να ταξιδεύουν πάνω στ’ ασπρόμαυρα πλήκτρα. Το μικρό παιδί με τα άτακτα μάτια που απέφευγε τα μαθήματα μουσικής είχε γίνει πια ένας σωστός πιανίστας.

«Υπάρχει κάτι που θα θελα πολύ να ακούσεις», της είπε , πριν προλάβει να τον αγκαλιάσει. «Είναι κάτι που έγραψα πριν καιρό. Και είναι γραμμένο για σένα…» . Εκείνη ξαφνιάστηκε κι ένιωσε το πρόσωπό της να κοκκινίζει. Κάθισε σαστισμένη στην άκρη της καρέκλας. Ο Αντρέας της χαμογέλασε. Έκλεισε τα μάτια, πήρε μια βαθιά ανάσα κι άρχισε να παίζει.

Και τότε ο κόσμος σταμάτησε.

Σταμάτησε κι ο χρόνος. Και οτιδήποτε μετριέται , γίνεται αντιληπτό και ορίζεται από λέξεις. Τα πάντα. Κάθε νότα ήταν το παρελθόν και το μέλλον μαζί, χωρίς τίποτα να τα ξεχωρίζει. Το απόλυτο ,παντοδύναμο σαν θεός παρόν. Κάθε παύση ήταν το τέλος της σκέψης, του διαχωρισμού, η αρχή των πάντων. Δεν ήταν απλώς το τραγούδι της Ελεονόρας Βάις. Η ίδια ήταν το τραγούδι. Η ίδια ήταν ο Αντρέας. Κι ήταν Ένα. Το απόλυτο , καθάριο Ένα. Κι έτσι έμειναν μέχρι το ξημέρωμα. Μόνο με τα σώματά τους να τους χωρίζουν.

—————————————————————————————————————————-

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, είχε μόλις νοικιάσει έναν μικρό χώρο κοντά στην πλατεία, για να το διαμορφώσει σε εργαστήριο. Ένας από τους προμηθευτές των καταστημάτων της πόλης είχε δείξει έντονο ενδιαφέρον για τα πήλινα αντικείμενα που δημιουργούσε και είχε ήδη δρομολογηθεί η πρώτη μεγάλη παραγγελία. Όμως μέσα σε μια μέρα, ο Αντρέας έπρεπε να παρατήσει τα πάντα, να φορέσει μια στολή και να αρχίσει να πυροβολεί ανθρώπους στην πρώτη γραμμή της μάχης. Η ζωή τον διέτασσε ρητώς να μη ζωντανεύει πια τον πηλό, να μη δίνει πνοή στο χώμα, μα να την αφαιρεί απ’ οτιδήποτε έμοιαζε φθαρτό. Η τελευταία του αγκαλιά πριν φύγει για το μέτωπο, ήταν από εκείνες που χάριζε στην Ελεονόρα και της έδιωχναν κάθε φόβο κι αγωνία. Όπως την πρώτη φορά που συναντήθηκαν. Όπως και την τελευταία, χρόνια μετά.

Κάθε πρωί ξυπνούσε με την σκέψη του. Έτρεχε έξω στο γραμματοκιβώτιο να δει μήπως είχε φτάσει κάποιος ταλαιπωρημένος φάκελος από εκείνον. Άκουγε με ευλάβεια το ραδιόφωνο, μήπως ακούσει κάτι για το τάγμα του, για κάποια μάχη, οτιδήποτε θα την έφερνε νοερά σ’ επαφή μαζί του.

Αναπολούσε εκείνα τα μεσημέρια, που τον έβρισκε να δουλεύει και να δημιουργεί με απόλυτη αφοσίωση. Θυμόταν όταν άρχισε δειλά δειλά, για έναν ακαθόριστο λόγο, να αποφεύγει το βλέμμα του, όταν ξεχνιόταν κοιτώντας τα δάχτυλα του. Εκείνα τα λεπτά μακριά δάχτυλα που κινούνταν πάνω στον πηλό με τη χάρη δέκα μικρών καλλίγραμμων  χορευτών πάνω στον πάγο. Εκείνα τα δάχτυλα που για βράδια ολόκληρα συνέχιζαν το μαγικό χορό τους πάνω στα πλήκτρα του πιάνου και μπορούσαν να αναστήσουν πεθαμένα ντο και αποκαμωμένα σολ.

Νοσταλγούσε εκείνες τις στιγμές, αλλά όχι με τη μαύρη απόγνωση του ανεπίστρεπτου. Δε μπορούσε να το εξηγήσει, να το κάνει λέξεις. Δε χρειαζόταν άλλωστε. Κανείς δε θα καταλάβαινε, κανείς δε θα ήθελε πραγματικά να μάθει. Εκείνη ήξερε καλά, πως μπορούσε να χαθεί όποτε το επιθυμούσε στη ευτυχία των στιγμών, που δεν ήταν απλώς μια ανάμνηση, ήταν η ίδια η κατάργηση του χρόνου, του παρελθόντος και του μέλλοντος, του συναισθήματος και της σκέψης, κάθε στοιχείου που χωρίζει την ενότητα του Όλου. Η Ελεονόρα κουβαλούσε μέσα της μια υπέρτατη γνώση, που δεν διδάσκεται, δεν γίνεται καριέρα, τίτλοι κι επιστήμη, άποψη και δόγμα. Ήταν η πλήρης αθωότητα, που δεν μοιάζει με την ανωριμότητα, είναι πέρα από την πείρα, την σπουδή και το συνειδητό. Είναι η καθαρότητα της ψυχής, που αγαπά χωρίς κανένα απολύτως αντάλλαγμα.

Πέρασαν τα χρόνια – πάντοτε περνούν.

Ο πόλεμος είχε αλλάξει τις ζωές των ανθρώπων. Η Ελεονόρα και η οικογένειά της είχαν διαφύγει από τη χώρα για να σωθούν. Ο πατέρας της είχε πουλήσει τα πάντα, για να καταφέρουν να περάσουν τα σύνορα, πριν ο όλεθρος του πολέμου φτάσει στο σπίτι τους. Ανέστιοι και εξαντλημένοι έπρεπε να βρουν δυνάμεις για να σταθούν στα πόδια τους, ανάμεσα σε άλλους εξαθλιωμένους πρόσφυγες που η αγωνία της επιβίωσης του έκανε ακόμα πιο σκληρούς κι ανασφαλείς. Κι όμως τα κατάφεραν. Οι τρεις τους. Η Ελεονόρα κι οι γονείς της. Μια αγκαλιά άνθρωποι. 

Κι ο Αντρέας τα κατάφερε.

Επέστρεψε ζωντανός. Λιγότερο χαμογελαστός, μα ζωντανός. Μόνος, ανάμεσα σε συντρίμμια,  έπρεπε να κάνει πάλι μια αρχή. Από το χώμα, να ξαναφτιάξει ζωή.

 Ποτέ δεν σταμάτησαν να στέλνουν γράμματα ο ένας στον άλλον. Για πάνω από μια δεκαετία μετά τον πόλεμο κάθε λευκή σελίδα με λέξεις, καλλιγραφικές απόπειρες, ζωγραφιές, μουτζούρες, ενθουσιώδη επιφωνήματα και ειλικρινή νοήματα, είχε μια δική της ιστορία να διηγηθεί. Σ’ ένα τέτοιο γράμμα έμαθε για τον επικείμενο γάμο της. Και μετά για την εγκυμοσύνη στο πρώτο της παιδί. Και μετά στο δεύτερο. Και για το θάνατο των γονιών της.

Σ’ ένα τέτοιο γράμμα του έμαθε εκείνη για το καινούριο του εργαστήριο. Για την κοπέλα που γνώρισε στην πόλη και θ’ αρραβωνιαζόταν τον επόμενο μήνα. Και τελικά θα παντρευόταν λίγο πριν τη γέννηση της κόρης τους.

 Μια χειμωνιάτικη Τρίτη ο Αντρέας έλαβε το γράμμα με τα χαρμόσυνα νέα. Στις αρχές του καλοκαιριού η Ελεονόρα θα επέστρεφε οικογενειακώς, έστω για λίγες μέρες, στην πατρίδα. Θ’ αντάμωναν μετά από δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια. Δε χρειάστηκε να πουν πολλά – ποτέ δεν χρειαζόταν. Το δεύτερο Σάββατο του Ιουνίου θα γινόταν η συνάντηση.

Την περίμενε.

Εκείνη ήξερε καλά τον δρόμο. Κι ας είχαν πια αλλάξει όλα γύρω της. Τα κτίρια, η ρυμοτομία, τα πρόσωπα. Υπήρχε αυτή η λεπτή ασημένια κλωστή που δεν την άφηνε ποτέ να χαθεί. Μια κλωστή που ο ήχος του πιάνου την έκανε να λάμπει στο φως. Το πιάνο! Ναι το πιάνο! Δε ήξερε αν ακουγόταν στην πραγματικότητα ή αν ήταν μόνο στη φαντασία της. Και δεν την ένοιαζε. Ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά. Άνοιξε την πόρτα και χάθηκε στην αγκαλιά του. Αυτή η αγκαλιά ήταν η πατρίδα της. Το σπίτι της. Όχι το άλλο μισό του εαυτού της, μα ο ίδιος της ο εαυτός.

Έμειναν για ώρα αγκαλιασμένοι. Μόνο με τα σώματά τους να τους χωρίζουν.

Το βράδυ οργάνωσαν μια μικρή οικογενειακή γιορτή. Ήταν μια καλή ευκαιρία να γνωριστούν οι σύντροφοι και τα παιδιά τους. Η αρχική αμηχανία πριν την συνάντηση, έδωσε τη θέση της σε μια αναπάντεχη έκπληξη. Υπήρχε μια παράξενη σιωπή στην ατμόσφαιρα, που τη διέκοπταν αναγκαστικά οι τυπικές διαδικαστικές συστάσεις. Τα βλέμματα έκρυβαν έναν ασφυκτικά καταπιεσμένο πανικό που αδυνατούσε να γίνει προφορικός λόγος, αλλά κυριαρχούσε στη σκέψη και στην έκφραση του προσώπου.

Ο σύζυγος της Ελεονόρας και η σύζυγος του Αντρέας έμοιαζαν σοκαρισμένοι. Κανείς από τους δυο τους δεν έπαιρνε την πρωτοβουλία να μιλήσει, μα όταν και τα ίδια τα μικρά παιδιά άρχισαν να κοιτούν επίμονα και να ετοιμάζονται εκείνα – χωρίς φίλτρο στην σκέψη- να πουν την αλήθεια ,τότε ήταν που ο Ματίας, ο άνδρας της Ελεονόρας  τόλμησε να πει αυτό που όλοι έβλεπαν ξεκάθαρα μπροστά τους:

« Συγνώμη… Έχετε καταλάβει εσείς οι δύο πόσο μοιάζετε… εμφανισιακά… μεταξύ σας; Έχετε προσέξει τα πρόσωπά σας..;», ρώτησε μ’ ένα χαμόγελο δισταγμού , αλλά και ανακούφισης. Και αγωνίας συγχρόνως για την απάντηση.

Η Ελεονόρα κοίταξε τον Αντρέας κι άρχισε ξαφνικά να γελά. Όλοι άρχισαν να γελούν, μα πίσω από τη χαρούμενη αυτή μελωδία, υπήρχε ένας επίμονος υπόκωφος βόμβος αναμονής.

« Είστε απολύτως σίγουροι πως δεν είστε αδέρφια;» ρώτησε η Άννα η σύζυγος του Αντρέας. Και ήταν μια από εκείνες τις ερωτήσεις, που ντύνουν με μια νευρική ευγένεια τη χροιά της φωνής για να στρογγυλέψουν την ανυπόμονη περιέργεια που έχει γεννήσει τις λέξεις.

Η Ελεονόρα κι ο Αντρέας έμοιαζαν πια σα δυο σταγόνες νερό. Συνήθως τα ζευγάρια που περνούν πολλά χρόνια μαζί κι έχουν τις ίδιες συνήθειες κι αντιδράσεις σε όλα τα ερεθίσματα, αποκτούν κοινές εκφράσεις και χαρακτηριστικά του προσώπου. Μα οι δύο αυτοί άνθρωποι δεν ζούσαν μαζί. Είχαν περάσει σχεδόν ολόκληρη την ενήλικη ζωή τους μακριά, σε απόσταση χιλιάδων χιλιομέτρων και διαφορετικών εμπειριών.  Δεν υπήρχε κανένας εξωγενής επίκτητος παράγοντας που να υπαγόρευε αυτή την ομοιότητα. Καμία λογική εξήγηση. Ήταν σαν τα ίδια τους τα σώματα ν’ αντιδρούσαν – θαρρείς από μια μεταφυσική πρωτοβουλία- στην απόσταση που δημιουργούσε η πραγματικότητα της φυσικής παρουσίας, της ύλης.

Μέσα στην απόλυτη ένωση, ακόμα και η ίδια η σάρκα άρχιζε να υποκλίνεται.

Μα όλα αυτά ακούγονταν κι έμοιαζαν παράταιρα στους άλλους ανθρώπους. Όταν δεν είναι μοναχά λόγια αλαφροΐσκιωτων ποιητών, αλλά αφορούν σε ανθρώπους υπαρκτούς, τότε χάνεται κάθε μαγικό στοιχείο και όλα γειώνονται κυνικά στο επίπεδο του αποδεικτέου. Και η αλήθεια είναι πως όσες φορές ο Αντρέας προσπάθησε να περιγράψει στις εκάστοτε ερωμένες του τη ιδιαίτερη εσωτερική σχέση που είχε με την Ελεονόρα, αμέσως εισέπραττε δυσπιστία. Έβλεπε στο πρόσωπό τους τη ζήλεια, την παραμόρφωση που προξενεί αυτομάτως το δυσάρεστο συναίσθημα, η αρνητική φόρτιση. Με τον καιρό ένιωθε πως τις αδικούσε, πως οι διηγήσεις και οι αναφορές του στ’ όνομά της, γεννούσαν σκέψεις και εικόνες που δεν είχαν να κάνουν με την πνευματική μοναδικότητα της σχέσης του με την Ελεονόρα, μα με όσα δημιουργεί ο καχύποπτος νους. Οι άνθρωποι μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την σχέση αυτή , μόνο με βάση τη δική τους πείρα, τα δικά τους μέτρα , την ηθική, τους εγνωσμένους κώδικες και όλα όσα περικλείονται στο στενό σχήμα του γνωστού, του εξηγήσιμου.

«Στην αρχή , θα πρέπει να σου πω, πως ζήλεψα παράφορα. Με τον καιρό όμως η αληθινή αγάπη του Αντρέας, όλα όσα έκανε για μένα και για το παιδί μας, κατά κάποιον τρόπο με καθησύχασαν…», εξομολογήθηκε μετά από μέρες η Άννα, όταν έμειναν μόνες τους με την Ελεονόρα , πίνοντας ένα φλιτζάνι τσάι στο σπίτι.

« Πέρασε καιρός μέχρι να καταλάβω, πως αυτό που εσείς είχατε ήταν… ήταν… απλώς ένας πλατωνικός έρωτας»

Αυτό το «απλώς» ήταν η λέξη κλειδί.

Εκείνη η λέξη που συναισθηματικά υποβίβαζε τον πλατωνικό έρωτα, μα στην πραγματικότητα δε γνώριζε τίποτα για εκείνον. Δεν περιείχε καν την υποψία, για το πως μπορεί στ’ αλήθεια να συντονιστούν απόλυτα οι ψυχές δυο ανθρώπων.

Και η ίδια η Ελεονόρα ποτέ δε θα μπορούσε να εξηγήσει και να γίνει πιστευτή, πως οι στιγμές τις με τον Αντρέας να παίζει μουσική στο παλιό πιάνο- με κάτι σιωπηλά ντο και ηρωικά σολ – κι εκείνη να βρίσκεται απέναντι, καθισμένη στη βελούδινη πολυθρόνα και να ονειροπολεί, ήταν ό,τι πιο βαθιά ερωτικό κι αληθινό έζησε  ποτέ. Η ύπαρξη της χανόταν μέσα στις νότες και ταξίδευε σε κάθε γωνιά του σύμπαντος, χωρίς κανένα βάρος, χωρίς κανένα εμπόδιο χρόνου, απόστασης και πόνου. Όλες οι ερωτήσεις κι όλες οι απαντήσεις του κόσμου βρίσκονταν εκεί.

Λίγες μέρες αργότερα , έπρεπε γι’ άλλη μια φορά ν’ αποχαιρετίσει το σπίτι της.

Το ήξερε πια καλά, πως η ζωή είναι γεμάτη αποχωρισμούς.

Ο ένας διαδέχεται τον άλλον, άλλοτε απροειδοποίητα κι άλλοτε με μια περιοδικότητα που κάνει τους ανθρώπους ν’ απορούν μήπως υπάρχει κάποιο απόκρυφο προδιαγεγραμμένο σενάριο για όσα συναντούν και  κι όσα βιώνουν. Ο Αντρέας έπαιξε το τραγούδι της στο πιάνο – σ’ ένα καινούριο πιάνο, γιατί εκείνο της μητέρας του είχε καταστραφεί, μαζί με όλα όσα πήρε στο διάβα του ο πόλεμος. Η Ελεονόρα άρχισε να κλαίει, μα ήταν πάλι η αγκαλιά του που της έδιωξε μακριά κάθε φόβο και κάθε μοναξιά. Όπως τότε. Όπως πάντα. Μέσα στο θόρυβο εκείνων που φωνάζουν,  που συνωμοτούν, που πολεμούν, ένα παιδί με καστανά μαλλιά και χαρούμενα μάτια αγκάλιαζε τη σιωπή της και την έκανε αγάπη.

« Θα γελάσεις, αλλά νομίζω πως ήδη και στο καινούριο πιάνο αρχίζει να μην ακούγεται το τελευταίο ντο. Φαντάζομαι πως δε θα αργήσει και το σολ…», της είπε και στο πρόσωπό της εμφανίστηκε ένα παιδικό χαμόγελο.

 « Το μοναδικό τραγούδι που έχω γράψει στη ζωή μου είναι το δικό σου», της είπε ψιθυριστά στο αυτί. «Και δεν θα ξαναγράψω ποτέ ». Σκούπισε τα δάκρυα της και τον κοίταξε στα μάτια με απορία.

 «Δε χρειάζομαι να γράψω κάποιο άλλο» , της είπε και έκλεισε με απαλές , ευγενικές κινήσεις το καπάκι του πιάνου.

Η ζωή είχε γίνει πολύ δύσκολη. Η οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων είχε εξαθλιώσει του ανθρώπους. Κάθε μέρα γίνονταν όλο και πιο φτωχοί, έρχονταν όλο και πιο κοντά στην πλήρη απόγνωση. Ο Αντρέας εξηγούσε στα γράμματά του, πως ήταν πολύ δύσκολο για εκείνον να κρατήσει ανοιχτό το εργαστήριο του. Αδυνατούσε πια να πληρώσει τους τρεις νεαρούς που τον βοηθούσαν στη δουλειά και προσπαθούσε μόνος του με την Άννα να σώσουν ό,τι τους είχε απομείνει. Μα έμοιαζε σχεδόν μάταιο. Η κόρη τους είχε ήδη παντρευτεί στην πόλη. Kαι ο δικός της σύζυγος αντιμετώπιζε τεράστια προβλήματα και η επιβίωσή τους απαιτούσε καθημερινές θυσίες. Συνεχώς τα πράγματα γίνονταν  και χειρότερα, κάθε μέρα είχαν και μια ακόμα απώλεια.

Τα γράμματα πλέον έφταναν όλο και πιο αραιά.

Ο Αντρέας είχε να της γράψει πάνω από τέσσερις μήνες. Μεσολάβησε ένας ολόκληρος χρόνος και τρία αναπάντητα γράμματα μέχρι η Ελεονόρα να ταξιδέψει μόνης της πίσω στην πατρίδα. Δεν ήταν μόνο το χρονικό κενό στην επικοινωνία τους, ήταν κάτι παραπάνω που την οδήγησε στο ταξίδι αυτό. Ειδικά τον τελευταίο διάστημα κουβαλούσε καθημερινά μέσα της μια υπόγεια δυσθυμία, ένα βάρος που ήξερε πως για κάποιο λόγο είχε να κάνει με τον Αντρέας.

Ο Ματίας της ζήτησε να το ξανασκεφτεί και να μην κάνει αυτό το ταξίδι, έμοιαζε επικίνδυνο.  Οι σχέσεις των δυο χωρών ισορροπούσαν σε τεντωμένο σχοινί και η τελική ρήξη έμοιαζε πια θέμα χρόνου. Ελάχιστοι θα τολμούσαν αυτή τη διαδρομή μια τέτοια τεταμένη εποχή. Η οσμή του πολέμου δηλητηρίαζε την ατμόσφαιρα. Όμως η Ελεονόρα δεν άλλαζε γνώμη. Όπως πάντα σιωπηλή. Κι αποφασισμένη.

 Ήταν η τρίτη της επιστροφή, αλλά αυτή τη φορά δεν υπήρχε ο γνώριμος ήχος του πιάνου για να την καλωσορίσει. Δυο περίεργοι αγέλαστοι τύποι, ασφυκτικά χωμένοι μέσα σε καπαρντίνες και καπέλα, την πλησίασαν, αμέσως μόλις άφησε τα πράγματά της στο ξενοδοχείο.

«Είστε η κύρια Ελεονόρα Βάις;» , τη ρώτησε ο ένας από αυτούς, εκείνος με το οστεωμένο πρόσωπο και το μπεζ κασκόλ.

«Αστυνομία. Αν έχετε την καλοσύνη να μας ακολουθήσετε. Θα θέλαμε να σας κάνουμε μερικές ερωτήσεις.»

 Πριν προλάβει να σκεφτεί τ’ οτιδήποτε, η Ελεονόρα βρέθηκε μέσα σ’ ένα μαύρο αυτοκίνητο κι από εκεί σε ένα σκοτεινό δωμάτιο κάπου στο κέντρο της πόλης. Ένας ψηλός καλοντυμένος άνδρας, με κατακόκκινα ταλαιπωρημένα μάτια που εξείχαν παράλογα από το πρόσωπό του , την υποδέχθηκε με αυστηρά τυπική ευγένεια και της έδειξε μια φωτογραφία.

«Γνωρίζετε αυτόν τον άνδρα στην φωτογραφία;» τη ρώτησε.

Ήταν ο Αντρέας. Η αστυνομία έκανε έρευνα για τον Αντρέας.

Όλες οι αρχικές ερωτήσεις είχαν να κάνουν με εκείνον. Πότε τον γνώρισε, ποια ήταν η σχέση τους, πόσες φορές τον είχε συναντήσει τα τελευταία χρόνια, τι της είχε πει για τη δουλειά και τις δραστηριότητές του. Και μετά, το ενδιαφέρον στράφηκε στην ίδια. Που εργάζονταν ο άνδρας και τα παιδιά της, ποια ήταν η ιδεολογία της, γιατί είχε κρατήσει το πατρικό της όνομα, γιατί έστελνε τόσο συχνά γράμματα στον Αντρέας.

«Κυρία Βάις, έχετε έρθει ποτέ κρυφά στη χώρα, με άλλο όνομα;»

«Είχατε ποτέ επαφές με παράνομες οργανώσεις

Η Ελεονόρα σάστισε, το βλέμμα της έμοιαζε χαμένο. Ο άνδρας γινόταν όλο και πιο πιεστικός. Την κάθε του ερώτηση ακολουθούσε και ακόμη μία. Κι άλλη μία. Κοφτή, σύντομη, επίμονη.

Δεν είχε απαντήσεις. Προσπαθούσε να αποκαταστήσει την επαφή της με την πραγματικότητα μέσα από λογικές σκέψεις, μα όλα όσα άκουγε έμοιαζαν βγαλμένα από μυθιστορηματική φαντασία: Ο Αντρέας είχε συλληφθεί από τη Μυστική Αστυνομία. Υπήρχαν αδιάψευστες αποδείξεις για την αντικαθεστωτική του δράση. Στο εργαστήριό του γίνονταν συναντήσεις μεταξύ μελών μιας παράνομης ομάδας, στην οποία καταλόγιζαν τρομοκρατικές ενέργειες και προπαγάνδα κατά των συμφερόντων του έθνους.

Κατηγορούμενη ήταν και η γυναίκα του , η Άννα, η οποία γνώριζε από καιρό για τις πράξεις του κι είχε προσφάτως στρατολογηθεί κι εκείνη στην οργάνωση. Οι Αρχές ερευνούσαν και τυχόν συμμετοχή της κόρης και του γαμπρού του και οποιουδήποτε άλλου είχε επικοινωνία κι επαφές με τον Αντρέας.

«Θα σας φωτογραφίσουμε για το αρχείο μας και θα σας πάρουμε δαχτυλική αποτυπώματα, για να τα εξετάσουμε και να τα συγκρίνουμε με ευρήματα από το χώρο του σπιτιού και του εργαστηρίου», της είπε ο ανακριτής, με τα πεταχτά μάτια του να μοιάζουν ακόμα πιο κόκκινα, σα να στάζουν αίμα.

«Δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτα, κυρία Βάις  αν δεν έχετε πραγματικά ανάμειξη στην υπόθεση αυτή. Βεβαίως ,κυρίως για τη δική σας ασφάλεια και για να μπορούμε άμεσα να σας ζητήσουμε κάποιες συμπληρωματικές απαντήσεις αν αυτές απαιτούνται, θα έχετε καθημερινή συνοδεία συναδέλφου της Ασφάλειας. Σας εύχομαι καλή διαμονή και… καλώς ήλθατε πίσω στην πατρίδα!»

Η Ελεονόρα άνοιξε την πόρτα του δωματίου της κι άφησε το κορμί της να πέσει στο κρεβάτι, σαν κουφάρι που το εγκατέλειψε ξαφνικά η ψυχή. Έμεινε ακίνητη ολόκληρο το βράδυ. Σκέψεις μπερδεμένες, αγχώδεις, φορτικές σαν τις ερωτήσεις του αστυνόμου, εικόνες ανολοκλήρωτες και θαμπές, συλλογισμοί που δεν οδηγούσαν πουθενά, μόνο πάσχιζαν να κυριαρχήσουν ο ένας στον άλλον.

Έκλεισε τα μάτια. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Κι αμέσως το μυαλό της ταξίδεψε σε εκείνη την πρώτη μέρα που τον γνώρισε.  Σε μια κρύα σχολική αυλή, με θορυβώδεις ανθρώπους και μοναξιά. Και δυο φωτεινά μάτια που της χαμογέλασαν για πάντα. Έζησε ξανά κάθε τους συνάντηση, κάθε τους στιγμή, ξαναβρήκε τις μυρωδιές , την καθησυχαστική φωνή, την οικεία αίσθηση του δέρματος, το αστείο πρόσωπο, τις περιπαιχτικές γκριμάτσες, την άτακτη τρέλα του μυαλού του. Τη γενναιοδωρία της ψυχής. Την αόρατη αλήθεια, .

Και το τραγούδι της! Ναι, το τραγούδι…

Άρχισε να ψιθυρίζει δειλά τη μελωδία του και μετά να τραγουδά όλο και πιο δυνατά. Και πιο δυνατά! Κι ακόμα πιο δυνατά! Και οι τοίχοι του μικρού δωματίου να μη μπορούν να κρατήσουν το μυστικό της. Και πάλι κανείς δε θα μπορούσε να καταλάβει, κανείς δε θα μπορούσε να νιώσει κάτι πέρα απ το φόβο, απ’ το σκοτάδι των καιρών. Πόλεμοι, αποχωρισμοί, ανατροπές και σώματα που γερνούσαν. Τίποτα βολικό. Κι όμως ήταν ακόμα μαζί, ήταν ακόμα Ένα.

Η Ελεονόρα κι ο Αντρέας. Ένα σιωπηλό ντο κι ένα κουρασμένο σολ.  Και υπήρχε ακόμα μουσική. Πιο δυνατά από ποτέ.

Το επόμενο πρωί, λίγο μετά το ξημέρωμα, η Ελεονόρα μεταφέρθηκε ξανά μ’ ένα μαύρο αυτοκίνητο στο κτίριο της αστυνομίας. Αυτή τη φορά η φωνή του άνδρα με τα άρρωστα μάτια ήταν ακόμα πιο νευρική και πιο αυστηρή. Είχε συνειδητοποιήσει πως του είχε ξεφύγει η φυσιογνωμική ομοιότητα μεταξύ εκείνης και του Αντρέας. Μια ομοιότητα που δεν ήταν σαφής σε φωτογραφίες του παρελθόντος, ιδίως στις παιδικές και τις νεανικές.

«Αυτή που βλέπετε , κυρία Βάις, είναι η πιο πρόσφατη φωτογραφία του. Του τη  βγάλαμε εχθές στο στρατόπεδο… στον χώρο κράτησής του».

Ήταν ο Αντρέας. Είχε μεγαλώσει, είχαν γκριζάρει κι αραιώσει τα καστανά μαλλιά του. Μα το βλέμμα του ήταν το πιο αναγνωρίσιμο στον κόσμο. Ένα μικρό χαμόγελο της ξέφυγε και γεννήθηκε λαθραία στην άκρη των χειλιών της. Κι έγινε αμέσως αντιληπτό από τον ανακριτή, ο οποίος με μια απότομη κίνηση έβαλε δίπλα στη φωτογραφία και εκείνη που είχαν τραβήξει στην Ελεονόρα το προηγούμενο βράδυ.

« Πως μπορείτε να εξηγήσετε αυτή την ομοιότητα, κυρίας Βάις; Είναι σα να βλέπω τον ίδιο άνθρωπο».

«Ίσως και να είναι ο ίδιος άνθρωπος», θα μπορούσε να απαντήσει. Του είπε όμως, πως ο Αντρέας δεν ήταν αδερφός ή συγγενής της. Είχε γεννηθεί χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και οι γονείς του τον είχαν φέρει εκεί όταν είχε πια μεγαλώσει, λίγους μόνο μήνες πριν αρχίσει το σχολείο. Οι οικογένειές τους δεν γνωρίζονταν και τα πρόσωπά τους δεν έμοιαζαν ιδιαιτέρως στο παρελθόν. Η Ελεονόρα δε μπορούσε να εξηγήσει τη σημερινή τους ομοιότητα κι αυτό φάνηκε να εξόργισε τον ανακριτή. Τα κόκκινα μάτια του ήταν έτοιμα να σπάσουν από την πίεση του κρανίου.

«Κάποιο ψέμα μου λέτε. Ίσως και παραπάνω από ένα. Την επόμενη φορά ίσως και να μην είμαι τόσο ευγενής μαζί σας κι ας είστε πλέον πολίτης ξένης χώρας. Πρόκειται για ζήτημα εθνικής ασφαλείας και δε θα το αφήσω στην τύχη του. Υπενθυμίζω πως η ποινή για τους κατασκόπους είναι η εκτέλεση. Θα ξαναπούμε πολύ σύντομα, κυρία Βάις»

 Αφού της αρνήθηκαν να συναντήσει τον Αντρέας, η Ελεονόρα επέστρεψε με τα πόδια στο ξενοδοχείο. Κι από εκεί ζήτησε να την συνδέσουν τηλεφωνικά με τον σύζυγό της. 

Του εξήγησε τα πάντα. Οτιδήποτε της είχε συμβεί από την στιγμή που πάτησε το πόδι της στην πόλη. Ο Ματίας προσπάθησε να την καθησυχάσει για τον Αντρέας. Της μετέφερε όμως και τα δυσάρεστα νέα. Οι εφημερίδες, στις οποίες εκείνη δεν είχε προλάβει να δώσει σημασία, έγραφαν για σαφή κλιμάκωση του πολέμου και στην ευρύτερη περιοχή. Οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Έμπαιναν κι άλλες χώρες στη δίνη της σύρραξης και ήταν πολύ πιθανό για την Ελεονόρα, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα , να βρεθεί περικυκλωμένη ανάμεσα σε διαφορετικά μέτωπα του πολέμου. Της πρότεινε να ετοιμάσει τις βαλίτσες και τα χαρτιά της και να επιστρέψει γρήγορα στο σπίτι.

Την επόμενη μέρα , πριν καν ακόμα χαράξει, ακούστηκε ένα δυνατό, απειλητικό χτύπημα στην πόρτα. Ο αστυνομικός που την συνόδευε σε κάθε της κίνηση, μαζί με δυο άλλους, είχε εντολές να την οδηγήσει ξανά στα κεντρικά. Από το παγωμένο τους ύφος κι από τον σχεδόν βίαιο τρόπο που την  άγγιξαν, καθώς έμπαινε στο μαύρο αυτοκίνητο, κατάλαβε πως τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά.

Μπήκε στο δωμάτιο, όπου βρισκόταν ξανά στο βάθος ο ανακριτής με τα φοβιστικά μάτια. Την κοίταξε έντονα, για μια στιγμή, αλλά δεν της μίλησε. Η ανάσα του ήταν βαριά, ακουγόταν μέσα στο σχεδόν άδειο δωμάτιο. Το χέρι του έκανε μια νευρική επαναλαμβανόμενη κυκλική κίνηση γύρω απ’ τον κρόταφό του. Της φάνηκε πως τα δάχτυλά του έτρεμαν. Δάχτυλα αναιμικά, άρρωστα, όπως και οι γκριζο-πράσινοι οφθαλμοί του, που είχαν παραδοθεί στο κόκκινο της μόλυνσης . Έμοιαζε έτοιμος να φτύσει λέξεις από το στόμα του , αλλά κάτι στο εμφανώς ταραγμένο μυαλό του τις εμπόδιζε, λίγο πριν την απονενοημένη έξοδο. Τα πρόσωπο του ήταν πιο γερασμένο απ τις δυο προηγούμενες ημέρες. Ρυτίδες σαν μαχαιριές είχαν σχηματιστεί γύρω από τα χείλη του, καθώς τα έσφιγγε από την ένταση.

Σταύρωσε τα χέρια του μπροστά από το κεφάλι. Τώρα πια δεν ακουγόταν τίποτα. Ούτε καν η ανάσα του. Ξεροκατάπιε κι έμεινε ακίνητος κοιτώντας σταθερά την Ελεονόρα.

«Ποια είσαι;», σχεδόν ψιθύρισε, με τα χέρια να κρύβουν το στόμα του.

 Η Ελεονόρα δεν απάντησε. Συνέχισε κι εκείνη να τον κοιτάζει σταθερά στα μάτια. Ο ανακριτής σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα του, σα να τον είχε χτυπήσει ξαφνικά ηλεκτρικό ρεύμα, και με δυο μεγάλα βήματα στάθηκε απειλητικά ακριβώς μπροστά της.

«ΠΟΙΑ ΕΙΣΑΙ;» φώναξε με όλη του τη δύναμη μπροστά στο πρόσωπό της , ξεχωρίζονται καθαρά τη μία λέξη από την άλλη.

Η κατάσταση ήταν οριακή. Προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήθελε να μάθει από εκείνη, ποια απάντηση θα ηρεμούσε τις φλέβες και τα μάτια του που ήταν έτοιμα ν’ αποχωριστούν βιαίως τη σάρκα. Δεν ήξερε τι να πει. Έμεινε να τον κοιτάζει έντρομη και σιωπηλή.

«ΠΟΙΑ ΕΙΣΑΙ; ΣΕ ΡΩΤΑΩ , ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ;» και τα αδύναμα , θλιβερά του δάχτυλα έγιναν χαστούκι που πέταξε σφυρίζοντας πάνω από το πρόσωπό της ,σαν βομβαρδιστικό σε πολεμική επιχείρηση κι άφησε πίσω του πόνο κι ένα έντονο οίδημα στο λευκό της δέρμα. Η Ελεονόρα κουλουριάστηκε στην καρέκλα της.

Ο ανακριτής ξανακάθισε στο γραφείο, τακτοποίησε νευρικά τα χαρτιά ανασυντάσσοντας τις δυνάμεις του. Η φωνή του άξαφνα μεταμορφώθηκε και ήχησε όπως στις δύο πρώτες συναντήσεις τους. Αυστηρά ευγενική, με μια καλά κρυμμένη βαρβαρότητα.

« Η μέθοδος των δακτυλικών αποτυπωμάτων, έβγαλε κάποια αποτελέσματα που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε. Ίσως μπορείτε να μας τα εξηγήσετε εσείς, κυρία Βάις».

Η Ελεονόρα με δάκρυα στα μάτια, από το χτύπημά του, αποκρίθηκε πως δεν είχε επιστημονικές γνώσεις για να μπορέσει να εξηγήσει τ’ οτιδήποτε. Η ανάσα του βάρυνε ξανά. Το βλέμμα του θόλωσε. Οι μεταπτώσεις του τον έκαναν ακόμα πιο επικίνδυνο.

«Μπορώ να σου κάνω μεγάλο κακό. Εδώ που βρίσκεσαι κανείς δε σε σώζει», την απείλησε.

Ακολούθησε ένα αιώνιο λεπτό απόλυτης σιωπής.

« Ποτέ μέχρι στιγμής, σε ολόκληρο τον κόσμο, δεν έχει αναφερθεί περίπτωση πλήρους ταυτίσεως στ’ αποτυπώματα δύο διαφορετικών ανθρώπων. Ούτε δίδυμα, ούτε αδέρφια, ούτε συγγενείς, ούτε τίποτα! Κανένας άνθρωπος δεν έχει τα ίδια αποτυπώματα με κάποιον άλλον. ΚΑΝΕΝΑΣ! Κι όμως εσύ , έχεις τα ίδια ακριβώς με αυτόν τον αλήτη. Πες μου πως γίνεται; ΠΕΣ ΜΟΥ! ΠΕΣ ΜΟΥ

Ο ανακριτής πίστευε κατά βάθος πως η Ελεονόρα δε μπορούσε να του απαντήσει. Αυτό ήταν όμως που τον τρέλαινε περισσότερο. Είχε αναλάβει μια υπόθεση στην οποία δεν υπήρχε καμία λογική. Τα αποτυπώματα μιας γυναίκας που ζούσε σε άλλη χώρα, είχαν βρεθεί σε όλα τα δωμάτια και όλους τους χώρους που κινούνταν ο Αντρέας. Σε όλα τα αντικείμενα που εκείνος είχε αγγίξει. Η επιστημονική ομάδα για πρώτη φορά δεν έβρισκε την παραμικρή διαφορά, ούτε μια μικρή γραμμή, μια ελάχιστα αποκλίνουσα καμπύλη, στα αποτυπώματα δύο διαφορετικών ανθρώπων. Ζήτησαν δεύτερο και τρίτο δείγμα από την Ελεονόρα. Η εξακρίβωση στοιχείων με βάση τα δακτυλικά αποτυπώματα ήταν μια σχετικά καινούρια μέθοδος κι ήλπιζαν να βρουν το τεχνικό λάθος που θα δικαιολογούσε το παράλογο, εξωφρενικό  εύρημα.

 Η Ελεονόρα σκέπασε με τις παλάμες το πρόσωπό της, για να καθαρίσει τα μάτια της από τα δάκρυα. Αλλά πιο πολύ για να κρύψει το χαμόγελο που ένιωθε πως ήταν έτοιμο να σχηματιστεί ανεπαίσθητα στα χείλη της. Έτσι κι αλλιώς το σώμα πια δεν είχε αντιστάσεις απέναντι σε οτιδήποτε ήταν δυνατό κι αληθινό.

 «Θα μπορούσαμε να στείλουμε δείγμα των αποτυπωμάτων στα κεντρικά, αλλά όπως ξέρετε, από σήμερα το πρωί έχουμε πια πόλεμο και εντός των συνόρων μας. Φαντάζομαι πως στην πρωτεύουσα δε θα ήταν η προτεραιότητα τους να εξακριβώσουν ένα επιστημονικό λάθος, όταν πρέπει να υπερασπιστούν την ίδια την ακεραιότητα του έθνους. Αμέσως μετά την τελική νίκη ,όμως, είμαι σίγουρος πως θα έχουμε τις κατάλληλες απαντήσεις και βεβαίως τη λύση αυτού του… μυστηρίου. Δεν συμφωνείτε , κυρία Βάις;»

Κούνησε καταφατικά το κεφάλι , με το βλέμμα της αυτή τη φορά να είναι πιο σίγουρο και πιο αποφασιστικό από πριν. Και το δικό του πιο μπερδεμένο και πιο ανασφαλές από ποτέ.

Η Ελεονόρα Βάις έμεινε κλεισμένη στα κρατητήρια για τις τρεις ολόκληρες εβδομάδες. Συναντούσε συχνά τον άνθρωπο με τα πεταχτά κόκκινα μάτια, ο οποίος ενώ στην αρχή προσπαθούσε να εκμαιεύσει πληροφορίες, ενίοτε και με ακραία βίαιο τρόπο, στη συνέχεια έμοιαζε να τη ρωτά από γραφειοκρατική υποχρέωση. Και όσο περνούσε ο καιρός, από μια λανθάνουσα ανάγκη να μιλήσει μ’ έναν άνθρωπο. Ενώ η Ελεονόρα ήταν η φυλακισμένη, εκείνος έμοιαζε φοβισμένος. Ανασφαλής, ταραγμένος. Ο άνθρωπος που φαινόταν πως είχε κάνει κακό σε άλλα πλάσματα στο παρελθόν, αυτός που είχε δύναμη κι εξουσία απέναντι στις ζωές των άλλων, άρχιζε να της μιλά για την οικογένειά του, για τα δυο μικρά παιδιά του, για το χωριό και τη μητρική αγκαλιά που εγκατέλειψε πριν χρόνια για να μπει στην στρατιωτική νεολαία. Κι όσο πιο κοντά ακούγονταν οι βόμβες που έπεφταν έξω από την πόλη, τόσο πιο πολύ χανόταν στις διηγήσεις του για τα ταξίδια που δεν έκανε, για τους έρωτες που δεν έζησε , για τις μουσικές που δεν άκουσε, για τη ζωή που δεν ονειρεύτηκε.

«Είμαστε μόνοι σ’ αυτή τη ζωή , κυρία Βάις», είπε με αδύναμη φωνή. «Ξεχωριστοί σαν τα δαχτυλικά μας αποτυπώματα. Μα μόνοι. Κι αυτό δεν αλλάζει ποτέ

Το επόμενο βράδυ, ο ανακριτής μπήκε ξαφνικά στο κελί της. Το πρόσωπό του έμοιαζε με νεκροκεφαλή. Σα να υπήρξε κάτι που του είχε ρουφήξει από μέσα του κάθε υποψία ζωής.

«Αύριο είναι η τελική επίθεση. Θα μας βομβαρδίσουν. Αν έχεις έστω κι ελάχιστες ελπίδες να ζήσεις, βρες γρήγορα κάποιο μέρος να κρυφτείς. Από μένα είσαι ελεύθερη.» Πήγε να πει και τη λέξη αντίο, αλλά τελικά δεν την είπε. Γύρισε απότομα προς την πόρτα και χάθηκε στο σκοτάδι.

—————————————————————————————————————————-

Η ιστορία της Ελεονόρας Βάις θα μπορούσε να είχε ξεχαστεί.

Η καταστροφή της πόλης από τους βομβαρδισμούς ήταν πλήρης. Οι περισσότεροι στρατιώτες κι αξιωματικοί έπεσαν νεκροί. Υπήρχαν φήμες πως πολλοί εκτελέστηκαν επιτόπου. Όλα τα αρχεία καταστράφηκαν και όσοι ελάχιστοι μπορεί να επέζησαν και να γνώριζαν για την παράξενη υπόθεση με τα ίδια δακτυλικά αποτυπώματα, την είχαν εγκαταλείψει στο πίσω μέρος του μυαλού τους, ως ένα τυχαίο λάθος, απολύτως δικαιολογημένο σε καιρό πολέμου. Πλέον είχαν άλλες προτεραιότητες, δικές τους πληγές να επουλώσουν.

Η Ελεονόρα κατάφερε να σωθεί.

Το ίδιο και ο Αντρέας, ο οποίος επέστρεψε τραυματισμένος κι εξαθλιωμένος από τα βασανιστήρια.

Ξανασυναντήθηκαν τρεις φορές τα επόμενα χρόνια. Τα γράμματα ήταν συχνά , το ίδιο και οι ευχετήριες κάρτες. Επικοινωνούσαν και μέσω τηλεφώνου, όμως  τα ταξίδια ήταν μια δύσκολη υπόθεση. Τα τελευταία χρόνια τους χώριζε ένας ολόκληρος ωκεανός. Μόλις ο Ματίας πήρε αναπηρική σύνταξη, μετακόμισαν με την Ελεονόρα σ’ ένα καινούριο σπίτι, σε μια καινούρια χώρα που δε θύμιζε σε τίποτα πόλεμο και δυστυχία.

 Στην τρίτη συνάντησή τους, ο ηλικιωμένος Αντρέας χάρισε στην ηλικιωμένη Ελεονόρα μια κασέτα. Με τα γέρικα, μα ακόμη γοητευτικά δάχτυλά του, είχε παίξει στο πιάνο το τραγούδι της. Και η εγγονή του το είχε καταγράψει σ’ ένα φορητό κασετόφωνο που της είχε κάνει δώρο εκείνος στα προηγούμενα γενέθλια.

Είναι η ίδια κασέτα που μου έδωσε κι εμένα το βράδυ που μου εξομολογήθηκε την ιστορία της.

Δεν ξέρω γιατί την έδωσε σε μένα κι όχι στην γυναίκα μου ή σε κάποιο άλλο από τα παιδιά της. Ίσως γιατί της είχα πει πως αγαπούσα πολύ την μουσική. Ίσως γιατί όταν με γνώρισε ως μέλλοντα γαμπρό της , μου είπε πως το βλέμμα μου έμοιαζε με κάποιου που αγαπούσε πραγματικά. Ίσως γιατί είχε πει στην κόρη της πως έχω μια αθωότητα στην ψυχή, που της ήταν γνώριμη κι αδερφική. Δεν ξέρω. Δεν ξέρω καν αν είχα πιστέψει τότε, εκείνη τη χειμωνιάτικη Τρίτη στο σαλόνι του σπιτιού της, όσα μου είχε διηγηθεί. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να πιστέψω μια τέτοια παράδοξη ιστορία, που δεν γνώριζε κανείς άλλος εκτός από μένα.

Λίγους μήνες αργότερα, η Ελεονόρα βρισκόταν βαριά άρρωστη στο νοσοκομείο. Οι γιατροί μας είχαν ενημερώσει πως η κατάστασή της ήταν μη αναστρέψιμη.

Σάββατο πρωί, είδα με τα μάτια μου, έναν γεράκο, με ταλαιπωρημένο σώμα, που ηρωικά το υποβαστούσε ένα μπαστούνι, να ζητά από τη νοσοκόμα να την οδηγήσει στο δωμάτιο της κυρίας Βάις. Δε χρειάστηκε να τον ρωτήσω ποιος ήταν.

«Με περιμένει», μου είπε.

Ο Αντρέας έμεινε στο δωμάτιο της Ελεονόρας περίπου ένα τέταρτο. Κανείς δεν ξέρει τι είπαν. Βγήκε από το δωμάτιο, με χαιρέτισε ευγενικά και με αργά βήματα χάθηκε στο βάθος του διαδρόμου.

Πέντε λεπτά αργότερα η Ελεονόρα πέθανε.

Τον περίμενε.       Ναι, είμαι σίγουρος πια πως τον περίμενε. Όπως η πρώτη αγκαλιά, έτσι κι τελευταία, της έδιωξε κάθε φόβο, κάθε υποψία μοναξιάς. Κι άφησε πίσω το σώμα της, σ ένα κρεβάτι νοσοκομείου, για να ξαναγίνει Ένα  με κάθε νότα της μουσικής, με κάθε λουλούδι του κήπου, με κάθε δρόμο που περπάτησε, με κάθε πρωινή λιακάδα κι εφηβικό έρωτα, με κάθε μωρό που γεννιέται κι αστέρι που πεθαίνει. 

Και σήμερα βρίσκομαι εδώ. Μπροστά από το μικρόφωνο. Σ’ ένα ραδιοφωνικό στούντιο. Και δεν ξέρω γιατί σας είπα αυτή την ιστορία. Δεν ξέρω αν την άκουσε κανείς. Δεν ξέρω αν την πίστεψε κανείς. Το μόνο που ξέρω είναι πως στα χέρια μου κρατάω μια κασέτα και…. και…

Κυρίες και κύριοι… Για πρώτη και ίσως και για τελευταία φορά σας παρουσιάζω αυτό το τραγούδι. Ένα τραγούδι γραμμένο σε πιάνο με ένα σιωπηλό ντο κι ένα ταλαιπωρημένο σολ.

Είναι το τραγούδι της Ελεονόρας Βάις.

Share this post

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on email

More to explorer

12. Ο Γύρος Του Κόσμου

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Who Wants To Live Forever | Queen «Θέλω να κάνω τον γύρο του κόσμου», είπε

Read More »

11. Μια Ύποπτη Τσάντα

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Going to A Town | Rufus Wainwright Τον παρακολουθούσα καιρό τώρα. Μπαινόβγαινε καθημερινά στη μεγάλη

Read More »

10. Σκουριάζω

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Phantasmagoria In Two | Tim Buckley Κανείς δε μπορεί να τα βάλει με τον χρόνο.

Read More »

9. Ο Κήπος

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Life | Ludovico Einaudi Άνοιξα τα μάτια μου. Το κατάφερα με πολύ κόπο. Ήθελα να

Read More »

8. Ένα Μικρό Ψέμα

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Day Is Done | Nick Drake Με λένε «Καλά είμαι, δεν έχω τίποτα…». Ναι, αυτό

Read More »

© All rights reserved | Made by Elena Kardamitsi