
*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Nocturne op.37 No1 in G Minor | F.Chopin
Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος , με μια κανονική οικογένεια, μια κανονική δουλειά, μια κανονική ζωή.
Έμοιαζε λίγο απόμακρος, αλλά όλοι μοιάζουμε… κάτι στα μάτια των άλλων.
Στις κανονικές ζωές, όπως η δικιά του, συμβαίνουν τα χαρούμενα… μα και τα τραγικά. Χωρίς κανείς να μπορεί να προβλέπει την αλληλουχία τους.
Ξημέρωσε εκείνη η μέρα, που το μωρό του δεν ανάσαινε στην κούνια. Έτρεξε να προλάβει…
Μάταιο.
Ο πόνος τύλιξε με ένα μαύρο καραβόπανο την ύπαρξη του.
Μα κανείς δεν τον είδε να κλαίει…
Έχασε το παιδί του και ούτε ένα δάκρυ δε διέσχισε τον ορίζοντα του προσώπου του…
Σε κάποιους φάνηκε παράξενο… σκληρό… Ούτε ένα δάκρυ…
«Πως τα κατάφερνε..;».
Η ζωή συνεχίστηκε. Πάντοτε η ζωή συνεχίζεται… τι εύκολη φράση.
Κι ο πόνος του ξαναχτύπησε την πόρτα… και μάλιστα τόσο δυνατά που την έσπασε, την έκανε κομμάτια και μέσα στο σπίτι του μπήκε να κατοικήσει η θλίψη… να κοιμάται μαζί του, να κάθεται στα έπιπλά του και να πίνει το νερό του…
Η γυναίκα του και η μεγάλη του κόρη είχαν χάσει τη ζωή τους…
Τόσο πόνο δε χωρούσε το μυαλό του ανθρώπου…
Μέσα σε λίγα μόνο χρόνια είχε χάσει τα πάντα.
«Γιατί τον τυραννά τόσο πολύ πια ο Θεός;», αναρωτήθηκαν οι γείτονες, οι φίλοι κι οι γνωστοί…
Μα όταν και πάλι τον είδαν να κρατά τα δάκρυά του, τους φάνηκε αλλόκοτο. Σχεδόν τους φόβιζε. Τους ανατρίχιαζε.
Μετά από τόσα βάσανα… και δεν τον είχαν δει ποτέ του να κλαίει…
Και ότι δε μπορούν να εξηγήσουν οι άνθρωποι , το κατηγορούν.
«Είναι σκληρός σαν πέτρα», «κάτι κακό έχει κάνει», «δεν αγάπησε ποτέ τους δικούς του», «κάτι κρύβει αυτός»… όλα τα είπαν… δεν άφησαν καμία πικρή εκδοχή , που να μην την έκαναν κομμάτι της ιστορίας του.
Κι έτσι πολύ γρήγορα ξέχασαν το πραγματικό όνομά του και άρχισαν ν’ αναφέρονται σε κείνον αλλιώς.
Όλοι πια τον ήξεραν ως «τον άνθρωπο που δεν είχε κλάψει ποτέ»
Ορισμένοι άρχισαν να λένε πως τον θυμούνταν παιδί ακόμα, να χτυπά και να μη κλαίει … Μερικοί είχαν κάποια ακόμα ιστορία που επιβεβαίωνε με σαφήνεια την αφύσικη και προκλητική του συμπεριφορά. Ο καθένας ξαφνικά ανακάλεσε μια δυσάρεστη μνήμη, κάτι για να τον κατηγορήσει…
Ναι, ήταν τελικά ακριβώς αυτό που έλεγαν: ο άνθρωπος που δεν είχε κλάψει ποτέ. Ένας ωραίος τίτλος , για μια θλιβερή αληθινή ιστορία. Και ξέρετε πόσο αρέσουν αυτά στους ανθρώπους.
Συχνά τους αρκούν οι τίτλοι, παρά η ίδια η ιστορία.
Εκείνος απόμεινε μόνος στο σπίτι, μόνος στη ζωή. Πούλησε την τηλεόραση και το οικογενειακό αυτοκίνητό, κλείδωσε το αγαπημένο του ποδήλατό στην αποθήκη και σπανίως έβγαινε από την πόρτα του κήπου. Κανείς δεν ήξερε πως περνούσε τη μέρα του. Κανείς δεν τον επισκεπτόταν. Κάποια πρωινά τον έβλεπαν να περπατά αγέρωχος προς τη λαϊκή αγορά για να πάρει δύο ντομάτες και τέσσερα μήλα.
«Τι σκληρός άνθρωπος…». «Τρομάζω και μόνο που τον βλέπω…». «Είναι παρανοϊκός». Η λύπη κι ο οίκτος για την φρικτή ζωή του, είχαν μετατραπεί σε μια κοινή αποστροφή για την παρουσία του. Αφού δεν μπορούσαν να τον συμπονέσουν, είχαν ασυνείδητα αποφασίσει να τον μισήσουν.
Μα κάποτε έφτασε και η δική του ώρα.
Έφυγε από τη ζωή. Μόνος. Κανείς δε λυπήθηκε πραγματικά.
Δε του άξιζε κανένα δάκρυ…
Μπήκαν στο σπίτι, να το αδειάσουν από τα έπιπλα πριν γκρεμιστεί και πουληθεί το οικόπεδο… Βρισκόταν σε καλό σημείο. Μπροστά περνούσε ένας μικρός συνοικιακό δρόμος που έβγαζε στην κεντρική λεωφόρο και πίσω ακριβώς από το σπίτι υπήρχε ένα δασάκι που πρόσφερε δροσιά το καλοκαίρι και προστασία απ’ τον βοριά το χειμώνα.
Δίπλα από την αυλόπορτα, υπήρχε μια αποθήκη. Πίσω υπήρχε ένα κήπος. Όλοι ήξεραν πως είχε πολύ μεγάλο κι όμορφο κήπο, αλλά… δεν ήξεραν πως υπήρχε και μια λίμνη ! Ναι, μια λίμνη!
Μια υπέροχη λίμνη!
Οι αχθοφόροι συνέχισαν τη δουλειά τους… Μαζί με τους γείτονες και κάποιους μακρινούς συγγενείς μετέφεραν όσα θύμιζαν εκείνον που δεν είχε κλάψει ποτέ… Τα φόρτωναν στην καρότσα και βιάζονταν να τελειώσουν για να πάνε στο επόμενο σπίτι ή να ξεκουραστούν.
Συνέχισαν… χωρίς να δώσουν σημασία…
Και δεν έμαθαν…
Κανείς τους δεν έμαθε…
Και δε θα μάθει ποτέ…
Πως εκείνη η λίμνη…
Από τα δάκρυα του ήταν φτιαγμένη…






