8. Ένα Μικρό Ψέμα

Share on facebook
Facebook
Share on google
Google+
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Day Is Done | Nick Drake

Με λένε «Καλά είμαι, δεν έχω τίποτα…».

Ναι, αυτό είναι τ’ όνομά μου! Όχι, δεν κάνω πλάκα, δεν είναι αστείο. Αυτό είναι τ’ όνομά μου. Δικαιολογημένα θα απορήσετε, δεν σας κακολογώ. Ένα μάλλον παράξενο όνομα , για ένα τόσο κοινό δημιούργημα όπως εγώ.

Είμαι ένα ψέμα.

Ένα τοσοδούλικο ψέμα, ούτε να με δείτε δε θα μπορούσατε καλά καλά. Τόσο μικρό που θα περνούσα απαρατήρητο, θα με προσπερνούσατε και θα συνεχίζατε αμέριμνοι τη ζωή σας. Όπως το κάνετε έτσι κι αλλιώς καθημερινά.

Γεννήθηκα ένα Σάββατο.

Θα μπορούσα να είχα έρθει στη ζωή πρόωρα, να είχα γεννηθεί λίγο νωρίτερα. Μια βδομάδα πριν ή έστω την Πέμπτη ή την Παρασκευή. Εγώ ήμουν έτοιμο. Αλλά το τηλέφωνο χτύπησε Σάββατο. Γεννήθηκα Σάββατο απόγευμα, λίγο πριν νυχτώσει, όταν εκείνος σήκωσε το ακουστικό και προσποιητά ευδιάθετος απάντησε στη γυναικεία φωνή που του μιλούσε : «Καλά είμαι, δεν έχω τίποτα…»

Εμείς τα ψέματα δεν κλαίμε μόλις γεννιόμαστε. Αντιθέτως ίσως  και να  χαμογελάμε αμυδρά, γιατί νιώθουμε πως στιγμιαία εκπληρώσαμε την αποστολή μας. Αν συγχρόνως γίνει και η ύπαρξη μας πιστευτή στους άλλους, τότε το απλό μειδίαμα γίνεται γέλιο και μάλιστα δυνατό. Κρυφά ηδονικό, περήφανο και περιπαιχτικό.

Ήμουν ένα μικρό ψέμα. Νεογέννητο, αθώο. Ένα λευκό ψέμα. Ορισμένα νεογνά πεθαίνουν πολύ γρήγορα, κάποια άλλα χάνουν τη μάχη στον δρόμο πριν καταφέρουν στα σταθούν μόνα τους. Μα εγώ επέζησα εύκολα. Δεν κινδύνεψα ούτε στιγμή. Από την αρχή φαινόταν πως προοριζόμουν για κάτι μεγάλο.

Ζούσα για καιρό με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς μου. Είχα πολλά αδέρφια, ξαδέρφια, θείες, παππούδες και γιαγιάδες. Είμαστε ένα τεράστιο σόι. Χάνεις τον έλεγχο, δε μπορείς να μας μετρήσεις. Κανείς δε μπόρεσε ποτέ να καταγράψει ένα ακριβές γενεαλογικό δέντρο της οικογένειάς μας. Έμοιαζε αδύνατη κι ανώφελη μια τέτοια προσπάθεια. Εκατοντάδες ψέματα που έχουν χαθεί στην απόλυτη λήθη. Υπάρχουν αμέτρητα ψέματα που η ύπαρξή τους αγνοείται εδώ και χρόνια. Δεν ξέρουμε αν ζουν πια, που κατοικούν, σε τι κατάσταση βρίσκονται μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα απουσίας κι έλλειψης χρήσης τους.

Υπάρχουν ακόμα και ψέματα που κάποτε έζησαν στη χώρα της παιδικής ηλικίας, όλοι τα θεωρούσαν για νεκρά και δεν τα υπολόγιζαν πια για μέλη της οικογένειας και ξαφνικά εμφανίζονταν και κανείς δεν πίστευε στα μάτια του για τις περίεργες διαδρομές που ακολούθησαν μέχρι να φτάσουν εν ζωή στο σήμερα. Και πως είχε αλλάξει η όψη τους! Τα φοβόμουν κάτι τέτοια ψέματα, ξεθαμμένα από το παρελθόν. Είχαν θλιβερό σχήμα, μιλούσαν παράλογα πολύ, συνήθως δεν καταλάβαινα καν τι ήθελαν από μας. Ήταν οι αντιπαθητικοί φασαριόζοι, κουτσομπόληδες συγγενείς που έρχονται απρόσκλητοι και πρέπει αναγκαστικά να φιλοξενήσεις στον χώρο σου, ακόμα κι αν δεν είναι αρκετός για όλους. Τι περίεργος κόσμος αλήθεια!

Με τον καιρό άρχισα να μεγαλώνω.

Ναι, μου ξανάρχεται στο μυαλό εκείνη η εποχή, που το καταλάβαινα πως άλλαζα, το έβλεπα καθαρά.

Από ένα μικρό  ψέμα γινόμουν ψέμα κανονικό.

Χαχα! Γελάω ,γιατί θυμήθηκα μια καταπληκτική σκηνή! Θα ‘πρεπε να με βλέπατε από κάπου τη μέρα που κατάφερα και πρωτοστάθηκα στα πόδια μου. Τη θυμάμαι αυτήν την μέρα…

Ήταν όταν χτύπησε ξανά το τηλέφωνο. Αυτή τη φορά εκείνος ήταν προετοιμασμένος. Έμοιαζε με κάτι δολοφόνους που σχεδιάζουν με ακρίβεια το έγκλημά τους. Που προσέχουν κάθε λεπτομέρεια και προσπαθούν να προβλέψουν κάθε πιθανή εξέλιξη του εγχειρήματός τους. Με το που άκουσε τον ήχο της συσκευής, άνοιξε αμέσως δυνατά τη μουσική. Είχε βάλει από νωρίς το πρωί το τρίτο κομμάτι του cd στο pause να περιμένει. Προσοχή! Το τρίτο όχι το δεύτερο. Ήταν σημαντικό. Κι έφτασε η ώρα. Ξαναπάτησε το κουμπί, τα ντεσιμπέλ της χορευτικής μουσικής ξεχύθηκαν στο δωμάτιο και σήκωσε το τηλέφωνο.

« Έλα, είμαι έξω με φίλους… Ναι, όλα μια χαρά. Είμαι πολύ καλά, μην ανησυχείς για μένα…. Κάνει πάρτι ένας παλιός φίλος και μας κάλεσε… και τα πίνουμε, ναι… Γίνεται χαμός, θα τα πούμε…»

Το τηλεφώνημα τελείωσε. Έκλεισε απότομα τη μουσική. Σιωπή. Κι εγώ μόλις είχα νιώσει τα πόδια μου δυνατά, για να κρατήσουν όλο το βάρος μου. Τα πρώτα μου βήματα. Στεκόμουν μόνο μου! Τα κατάφερνα χωρίς βοήθεια. Πόσο ευτυχισμένο ήμουν! Μακάρι να ήσασταν εκεί να με βλέπατε και να με καμαρώνατε.

Μέρα με τη μέρα δυνάμωνα όλο και περισσότερο. Η ανάπτυξή μου ξεπερνούσε τις αρχικές προσδοκίες που μπορεί να έχει ένα ψέμα για το εαυτό του. Η παρουσία μου γινόταν απαραίτητη. Ακόμα και η εφηβεία μου, εποχή επικίνδυνη για να έρθει κανείς αντιμέτωπος με αμφιβολίες κι ερωτήματα που μπορούν να αποβούν αυτοκαταστροφικά, κύλησε με μια απρόσμενη ηρεμία. Μεγάλωνα χωρίς να φαίνεται κάτι στον ορίζοντα που θα μπορούσε να με κάνει να φθαρώ, να χάσω τον δρόμο μου. Άρχισα δειλά δειλά να κάνω όνειρα για το μέλλον .

«Είμαι ένα ψέμα και ζω μέσα στο μυαλό ενός ανθρώπου που δείχνει να με έχει απόλυτη ανάγκη».

Περνούσε ο καιρός- πάντοτε περνάει.

Κι η αφεντιά μου έμπαινε πια για τα καλά στην ενήλικη ζωή. Ένας άλλος κόσμος! Με περίμεναν πολλές προκλήσεις. Εμπειρίες. Περιπέτειες. Μα ένιωθα πάντοτε μια αυτοπεποίθηση που δε με άφηνε στιγμή να τεμπελιάσω . Τα σημάδια ήταν ξεκάθαρα. Ήμουν πια ένα μεγάλο ψέμα.

Άρχισε μέσα μου να αναπτύσσεσαι ένας ολόκληρος φανταστικός κόσμος. Άνθρωποι, ονόματα, πρόσωπα με χαρακτηριστικά, συμπεριφορές με παρελθόν, παρόν και μέλλον, σχέσεις, ασχολίες, ιστορίες.

« Ρε μαμά, αφού σου είπα πως όλα είναι εντάξει. Βγαίνω από το σπίτι, δε μένω κλεισμένος. Το Σαββατοκύριακο θα πάω εκδρομή με τον Άνταμ και τη γυναίκα του στο εξοχικό τους… Ο Άνταμ… αφού σου έχω πει για τον Άνταμ… είχαμε γνωριστεί στη δουλειά… είχε σπουδάσει κι αυτός στη Βουδαπέστη… ναι… είναι μια χαρά τύπος, βγαίνουμε συχνά μαζί… όποτε μπορεί δηλαδή γιατί είναι και παντρεμένος αυτός…»

Εμείς τα ψέματα τρεφόμαστε κι από το χρόνο που μας αφιερώνει κανείς.

Kι εκείνος δεν ήταν φειδωλός στον κοινό μας χρόνο. Γινόμουν σταδιακά εμμονή, γινόμουν συνείδηση. Υπήρχα ακόμα κι ως υποψία σε κάθε σκέψη, κάθε φράση, κουβέντα και πρόθεση. Ήμουν ένα περίπλοκο ψέμα. Εξεζητημένο πια, όχι κοινό. Συμπύκνωνα κόσμους, θεωρίες και φιλοσοφίες. Γινόμουν αναμνήσεις, γεγονότα, πεδίο ανάλυσης και μόνιμης υπεκφυγής.

« Δεν είμαι μοναχικός. Κάθε άλλο. Συνέχεια βγαίνω με την παρέα μου. Απλώς είμαι εκλεκτικός. Δεν δένομαι πια πολύ με τους ανθρώπους, γιατί….»

Μεγάλωνα. Μεγάλωσα πολύ. Κάθε μέρα η δύναμη και επιρροή μου αυξάνονταν ραγδαία.

Είχε χαθεί κάθε έλεγχος. Ούτε κι εγώ το ίδιο δεν πίστευα την επιτυχία μου. Κι έτσι άρχισαν και τα υπόλοιπα ψέματα (μικρά ή μεγάλα) να με υπηρετούν. Το ξέρω, θα σας φανεί αλαζονικό αυτό που λέω. Μπορεί να σας μοιάζω με αυτούς τους γιάπηδες που κομπάζουν πως κατέκτησαν τον κόσμο και νομίζουν υπεροπτικά πως μπορούν να κάνουν ότι θέλουν. Αλλά η αλήθεια ήταν πως ήμουν παντοδύναμο. Ουσιαστικά δεν υπήρχαν άλλα ψέματα, ήμουν τόσο μεγάλο ψέμα εγώ , που κυρίευα τα πάντα. Αυτή ήταν η αλήθεια.

Σιγά – σιγά άρχισε να με υπηρετεί αφοσιωμένα κι ο ίδιος. Τα πάντα κινούνταν γύρω από τις επιθυμίες μου. Άλλο να σας το λέω κι άλλο να το ζείτε. Βίωνα ότι θα ονειρευόταν ποτέ κάθε ψέμα που έρχεται σε αυτόν τον κόσμο. Όλα τους με ζήλευαν. Η καθημερινότητά του ήταν πλέον απόλυτα ταυτισμένη με τη δική μου. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη καταξίωση για ένα ψέμα από το να γεννιέται μικρό , ελάχιστο κι αδιάφορο και τελικά να καταλήγει να καθορίζει τη ζωή ενός ανθρώπου. 

Ναι, όταν ξεφεύγεις από το μέσο όρο, όταν αποκτάς άλλη υπόσταση και μπορείς επιβάλεις καταστάσεις, τότε δημιουργούνται αντιδράσεις. Το ξέρω πως του είχα γίνει βάρος, βάρος αβάσταχτο. Δε μπορούσε να διανοηθεί τη ζωή του χωρίς εμένα, αλλά ένιωθε την πίεση της παρουσίας μου και βυθιζόταν ακόμα περισσότερο στην άβυσσό του .

Δεν εμπιστευόταν κανένα, δεν πίστευε πια τίποτα.

Στα μάτια του ψεύτη, όλα μοιάζουν με ψέμα. Με ένα πελώριο υπερτροφικό υδροκεφαλικό ψέμα, σαν αυτό που κυριεύει και κατευθύνει τη δική του ζωή.

Αλλά υπήρχαν κι εκείνες οι ευαίσθητες στιγμές που είχαμε οι δυο μας, που τον καθησύχαζα , του χάριζα ένα χάδι. Που του απάλυνα τις φοβίες. Εκείνες τις ξαφνικές κρίσεις πανικού. Τις σκέψεις που του κατασπάραζαν τα σωθικά. Εκεί που δεν ήξερε τι να κάνει, εκεί βρισκόμουν εγώ.

Ένιωθε ασφάλεια τελικά μαζί μου. Τον ηρεμούσα. Ενώ παλιότερα όταν ένιωθε αδύναμος κι απροστάτευτος από ολόκληρο το σύμπαν, αποζητούσε τη φωνή της μητέρας του, τώρα πια ούτε εκείνη μπορούσε να τον γαληνέψει. Την απέφευγε. Του είχα απομείνει μόνο εγώ και η ζεστασιά που του πρόσφερα μόλις με ανακαλούσε στο μυαλό του. Αυτή ήταν η γενναιοδωρία μου προς εκείνον που μ’ έφερε στον κόσμο. Κι ας ήμουν τόσο ισχυρό που δεν χρειαζόμουν καν αυτές τις ελεήμονες πράξεις για να επιβεβαιωθώ για την υπεροχή μου.

Είχε σταματήσει πια να βγαίνει από το σπίτι.

Μόνο για τα απαραίτητα. Επίσκεψη στο γιατρό είχε να κάνει εδώ και περίπου τρεις μήνες. Η μητέρα του ήταν η μοναδική που του τηλεφωνούσε πια. Τα σενάρια που φτιάχναμε παρέα δεν είχαν νόημα για τους άλλους ανθρώπους – αφού δεν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι στη ζωή του- παρά μόνο για εκείνον και τον φαντασιακό κόσμο του. Τον παρακαλούσε η μητέρα του να βγάλει ένα αεροπορικό εισιτήριο και να ταξιδέψει μέχρι το πατρικό σπίτι τους για να τη δει. Ανησυχούσε για το γιό της. Το ένιωθε πως κάτι κακό του συνέβαινε, αλλά ήταν ανήμπορη ν’ αντιδράσει. Εκείνος ποτέ δε θα της έλεγε πως δεν είχε χρήματα ούτε για ταξίδι, ούτε για να περάσει την επόμενη μέρα. Πως η ζωή του είχε καταστραφεί και είχε πια αφεθεί στο έλεος του χρόνου.

Εκεί αναλάμβανα αμέσως εγώ και με την εξωστρεφή ευκολία μου ξεδίπλωνα τα καλοδουλεμένα σενάρια που δεν επιδέχονταν αντιρρήσεις. Ένιωθα πως ήμουν ένα τόσο δυνατό ψέμα που πίστευα πως θα μπορούσα να ξεγελάσω ακόμα και το ένστικτο μιας μάνας. Ήλεγχα τα πάντα.

Το μοναδικό που δε θα άντεχα ποτέ , θα ήταν να δω τον εαυτό μου στον καθρέφτη.

Είναι δύσκολο για ένα ψέμα να κοιταχθεί στο καθρέφτη, να γίνει εικόνα. Κι έγινε. Έγινε, χωρίς να το θέλω. Με είδα στα μάτια του , καθώς κοιτούσε το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Με είδα στον τρόμο του. Ναι εγώ ήμουν… Εγώ… μέσα σε αυτή την απόγνωση.

 Ήταν Τρίτη, ξημέρωνε Τετάρτη.

Τα μαλλιά του ήταν άπλυτα και φορούσε ένα σκισμένο γκρι μπλουζάκι. Θυμάμαι πως, ακριβώς πίσω του μέσα στο μπάνιο, υπήρχε κρεμασμένο ένα σκοινί , με έναν μεγάλο παράξενο κόμπο στην άκρη. Δεν ήταν σαν τους κόμπους των παπουτσιών, σαν τους κόμπους που έκανε κάποτε με την πετονιά για να ψαρέψει. Ήταν ένας μεγάλος κόμπους που θα μπορούσε να χωρέσει στην άκρη ένα καρπούζι, μια μπάλα, ένα κεφάλι.

Προσπάθησε ν’ αφήσει το σώμα του να κρέμεται πάνω σε αυτό το χοντρό σκοινί. Κάτι δεν πήγε καλά. Ξαναπροσπάθησε. Ήξερε πως την επόμενη φορά θα τα κατάφερνε. Ήταν έτοιμος να το πετύχει. Αλλά τον πρόλαβε ο καθρέφτης.

Τον πρόλαβε την τελευταία στιγμή.

Τότε είναι που αρρώστησα.

Ξαφνικά άλλαξαν όλα. Δεν ήμουν καλά. Άρχισα να βήχω, να πονάω παντού, να βλέπω θολά, να χάνω τα λόγια μου, τον ειρμό μου. Αλλά κυρίως άρχισα να με πονούν τα πόδια μου. Δε με κρατούσαν πια. Σφάδαζα από τους πόνους. Υπέφερα. Προσπαθούσα με κάποιες τονωτικές ενέσεις, με πετυχημένες τεχνικές από το πρόσφατο παρελθόν, να επανέλθω στα συγκαλά μου, αλλά ήταν μόνο αναλαμπές. Είχα χάσει τη δύναμή μου, δε μπορούσα πια να κρυφτώ. Ήμουν βαριά άρρωστο.

 Αμέσως άρχισαν να με αμφισβητούν τα άλλα ψέματα, που μέχρι τότε με υπηρετούσαν. Έλιωνα κάθε μέρα και οι πόνοι γίνονταν αβάσταχτοι «Δεν αντέχεις, είναι φανερό. Γιατί δεν το παραδέχεσαι;». Δε μου άφηναν κανένα περιθώριο. Όλοι έπεφταν πάνω μου για να με αποτελειώσουν. Ένα μαρτύριο που δε φανταζόμουν ποτέ στις εποχές της ακμής και της νιότης μου.

Κι ένα Σάββατο βράδυ πέθανα.

Σάββατο, όπως είχα γεννηθεί.

Για εκείνον ήταν η πιο βαθιά εξομολόγηση της ζωής του.

Για μένα ήταν το τέλος.

Η ζωή κι ο θάνατος για ένα μικρό ψέμα που κάποτε μεγάλωσε.

Share this post

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on email

More to explorer

12. Ο Γύρος Του Κόσμου

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Who Wants To Live Forever | Queen «Θέλω να κάνω τον γύρο του κόσμου», είπε

Read More »

11. Μια Ύποπτη Τσάντα

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Going to A Town | Rufus Wainwright Τον παρακολουθούσα καιρό τώρα. Μπαινόβγαινε καθημερινά στη μεγάλη

Read More »

10. Σκουριάζω

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Phantasmagoria In Two | Tim Buckley Κανείς δε μπορεί να τα βάλει με τον χρόνο.

Read More »

9. Ο Κήπος

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Life | Ludovico Einaudi Άνοιξα τα μάτια μου. Το κατάφερα με πολύ κόπο. Ήθελα να

Read More »

5. Ούτε Ένα Δάκρυ

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Nocturne op.37 No1 in G Minor | F.Chopin Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος , με μια

Read More »

© All rights reserved | Made by Elena Kardamitsi