9. Ο Κήπος

Share on facebook
Facebook
Share on google
Google+
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Life | Ludovico Einaudi

Άνοιξα τα μάτια μου.

Το κατάφερα με πολύ κόπο. Ήθελα να κοιμηθώ ξανά, δεν άντεχα. Αν μπορούσα να βυθιστώ στον ύπνο για χρόνια θα το έκανα. Γιατί όσο ήμουν ξύπνιος , σκεφτόμουν. Και όσο έκανα σκέψεις, βούρκωνα… διαλυόμουν απαρηγόρητος… κι αναρωτιόμουν με παράπονο που δεν έβρισκε καμία απολύτως απάντηση:

«Γιατί σε μένα; Γιατί να μου συμβεί αυτό; Γιατί;».

Εκείνη την στιγμή δε μπορείς να σκεφτείς λογικά, να πείσεις τον εαυτό σου, πως δεν είσαι ο μοναδικός που του συνέβη, πως κάθε μέρα χιλιάδες άνθρωποι ζουν μια τέτοια πραγματικότητα, απλώς εσύ δεν το γνωρίζεις. Ή αν το γνωρίζεις, το προσπερνάς. Και πως αλλιώς θα συνέχιζες να ζεις αν δεν το προσπερνούσες , αν αποφάσιζες να σταματήσεις σε καθετί δυσάρεστο ή τραγικό αυτού του κόσμου; Σε κάθε βήμα θα υπήρχε και στάση. Κι άλλη μία κι άλλη μία και μία ακόμα. Κάθε βήμα θα περιείχε αμέτρητες στάσεις, δε θα ‘χε τελειωμό. Κι αναγκαστικά προσπερνάς, γιατί θέλεις να προχωρήσεις. Κι έτσι νομίζεις πως το ξορκίζεις.

Τους παρακαλούσα να με αφήνουν να κοιμάμαι.

Να μου δίνουν περισσότερα χάπια για τον πόνο. Θα προτιμούσα βέβαια ένα χάπι που θα με ξαναέκανε όπως ήμουν πριν. Κι ας χρωστούσα λεφτά κι ας κουραζόμουν κι ας έβλεπα παντού αδιέξοδα. Αναπολώ εκείνα τα αδιέξοδα. Πόσο παιδικά μου μοιάζουν τώρα. Δώστε μου πίσω τα αδιέξοδα της αφέλειάς μου!

Όταν με πήγαν στο σπίτι, παρατήρησα πως είχαν μετακινήσει το κρεβάτι μου.

  • Το γυρίσαμε να βλέπει προς την μπαλκονόπορτα. Αν σε πειράζει ο ήλιος θα με φωνάζεις να κλείνουμε τα παντζούρια, εντάξει;
  • Όχι, δεν είναι εντάξει. Το θέλω όπως ήταν πριν.
  • Τι; δεν σ’ αρέσει;
  • Όχι, δεν μ’ αρέσει καθόλου.
  • Δε θέλεις να βλέπεις λίγο έξω; Κοίτα τι ωραία που είναι… Κοίτα…
  • Δε θέλω τίποτα.
  • Για καλό το έκανα, γιατί θα σε βοηθήσει να χεις λίγη θέα…
  •  Δε θέλω ούτε θέα , ούτε τίποτα καμία άλλη μαλακία. Θέλω μόνο να φύγετε όλοι, αφήστε με, αφήστε με!

Νόμιζα πως θα ήμουν καλύτερα στο σπίτι, απ’ ότι στο νοσοκομείο. Εκεί μπορεί να έφταιγε ο αφιλόξενος χώρος, οι καταθλιπτικές ιστορίες, η έντονη μυρωδιά που πάντοτε απέφευγα ακόμα κι όταν ήμουν επισκέπτης, τα τραγικά προσωπεία των συγγενών και των φίλων, οι νοσοκόμοι που σε έκαναν να νιώθεις ανήμπορος- γιατί ήσουν ανήμπορος.

Μα στο σπίτι ήταν χειρότερα.

Κάθε βράδυ έβαζα το κεφάλι μου κάτω από το σεντόνι και την ανοιξιάτικη μπλε κουβέρτα, που είχε διπλωθεί με προσοχή κάτω από το στρώμα για να μην κρυώνω. Κι εκεί μέσα, στην αυτοσχέδια σπηλιά μου, έκλαιγα γοερά μέχρι  που στέρευε η πηγή που γεννά τα δάκρυα κι έμενα μόνος κι άνυδρος να βασανίζομαι για τη θλιβερή τροπή που πήρε η ζωή μου. Κανείς δεν είναι προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο.

Στην πραγματικότητα ποτέ δεν είμαστε προετοιμασμένοι για τίποτα. Ακόμα και τα θλιβερά σενάρια που σκαρώνουμε εκείνες τις αξημέρωτες νύχτες, δεν μοιάζουν καθόλου με τον αβάσταχτο πόνο της αλήθειας.

Θυμάμαι μια εποχή που είχα έντονο προαίσθημα πως κάτι θα μου συνέβαινε. Είχε ξεκινήσει από ένα κακό ωροσκόπιο, που έκανε λόγο για παρατεταμένη περίοδο που απαιτούσε προσοχή από μέρους μου- και για το οποίο κάγχασα και δήλωσα απερίφραστα πως είναι μια απάτη που βγαίνει από ένα απλό πρόγραμμα κομπιούτερ- και συνεχιζόταν από μικρές καθημερινές ατυχίες που άρχισαν να θρέφονται μέσα στο μυαλό μου και να γίνονται παχύσαρκες δεισιδαιμονίες που δε μ’ άφηναν να σκεφτώ με καθαρό μυαλό. Άρχισα να κάνω εικόνες του θανάτου μου, των αγαπημένων μου προσώπων να με θρηνούν, του λιτού μαρμάρινου τάφου μου.

Μα κανένας αγχωμένα φοβιστικός ρεαλισμός των φαντασιώσεών μου δεν είχε σχέση μ’ αυτό που ζούσα αυτή τη στιγμή. Είμαι πια πεπεισμένος πως εδώ είναι η κόλαση. Δεν είναι αλλού. Είναι κόλαση ο πόνος, η απώλεια, το βάσανο. Ίσως το “task”, “your assignment, man!” -που θα μου έλεγαν και στη δουλειά –  η αποστολή μας είναι να κάνουμε παράδεισο αυτή την κόλαση. Αλλά πως; Πως; Πως γίνεται παράδεισος όταν σκοτώνουν άδικα ένα μικρό παιδί; Πως γίνεται παράδεισος όταν αποχωρίζεσαι τους ανθρώπους σου; Πως γίνεται παράδεισος όταν η ανθρώπινη ιστορία είναι η ιστορία της αδικίας; Πως γίνεται παράδεισος όταν μια μέρα τα κόκκαλα σου γίνονται σκόνη, όταν ξαφνικά  καθηλώνεσαι σ’ ένα κρεβάτι και καταδικάζεις τον εαυτό σου και τους δικούς σου σ’ έναν Γολγοθά χωρίς Ανάσταση; Μπορεί να μην είμαι τόσο έξυπνος, μπορεί να μην είμαι κάνας φιλόσοφος ή απ’ τους διανοούμενους που έχουν αμέσως έτοιμες απαντήσεις, που χαίρονται κι αυνανίζονται με σπουδαίες λέξεις και πείθουν τους άλλους για τα μεγάλα ζητήματα, αλλά αυτό είμαι… είμαι απλώς κάποιος που του κλήρωσε ένα άσχημο παιχνίδι και σήμερα υποφέρει.

Τι σόι ζωή, τι σόι μάθημα είναι αυτό; Ναι, ναι… ξέρω όμορφες στιγμές… η ζωή είναι στιγμές… ναι , αλλά στο μεταξύ είναι κόλαση. Γιατί; Ποιος με εκδικείται; Τι πληρώνω; Ποιος είναι αυτός ο θεός; Κι αν είναι τόσο μικρόψυχος, σαν τους ανθρώπους, που να τιμωρεί και να πονά, γιατί να είναι θεός; Δεν τον θέλω! Δεν το θέλω! Τον μισώ! Σε μισώ! Σε σιχαίνομαι! Σε σιχαίνομαι!!! Τ’ ακούς ρε; Τ’ ακούς; Είσαι ευχαριστημένος τώρα; Γουστάρεις που μ’ έκανες ανάπηρο; Χαίρεσαι για την κατάντια μου; Σ’ αρέσει να μας βλέπεις έτσι; Να σκοτωνόμαστε, να σφαδάζουμε εδώ κάτω κι εσύ να γελάς; Να το παίζεις τι; Θεός; Μάγκας; Ποιος είσαι συ; Ποιος ρε; Ένα τίποτα είσαι; Ένα τίποτα, σαν κι εμένα. Άντε γαμήσου! Άντε γαμήσου!

Μου πήρε μια βδομάδα μέχρι να κοιμηθώ κανονικά το βράδυ.

  • Άσε με να σου ανοίξω , να μπει λίγο φως…
  • Σου πα δε θέλω…
  • Λίγο… θα δεις πως είναι ωραία! Έχει λιακάδα έξω…
  • Δε με νοιάζει. Εγώ εδώ μέσα θα πεθάνω… δε με νοιάζει τι γίνεται έξω.
  • Μη λες τέτοια πράγματα σε παρακαλώ…
  • Γιατί να μη λέω;
  • Γιατί δεν είναι αλήθεια!

Δεν ήθελα τον ήλιο, δεν ήθελα τη μέρα. Δεν ήθελα κανείς να είναι ευτυχισμένος. Δεν ήθελα να ζει κανείς άλλος. Δεν ήθελα… Δεν ήθελα τίποτα.

  • Κοίτα τι όμορφα που είναι… Θ’ ανοίξω να αεριστεί και λίγο και θα ‘ρθω να θα σου φέρω και το μεσημεριανό σου, έχω φτιάξει γεμιστά. Προτιμάς να σου βάλω μια ντομάτα και μiα πιπεριά ή μόνο ντομάτες , τι θες;
  • Τι νόημα έχει;
  • Γιατί;
  • Γιατί σκατά θα γίνουν όλα. Σκατά που θα βγαίνουν από τα πιεσμένα έντερά μου και θα τα σκουπίζεις εσύ, γιατί μόνος μου δε θα μπορέσω ποτέ ξανά.

Το ανοιχτό παράθυρο μου προκαλούσε θλίψη. Ήταν η ζωή που έχασα. Χωρίς επιστροφή. Χωρίς δυνατότητα να την αναζητήσω στ’ απολεσθέντα. Ήταν η δική μου ζωή, τα δικά μου όνειρα. Όλα ,μα όλα, χαμένα.

  • Ελάτε, ελάτε, μόλις έβαλα και τον καφέ να γίνεται…
  • Μοσχομύρισε… ντανέ θα τον έκαμες…
  • Έφτιασα και μηλόπιτα και πρέπει να δοκιμάσετε να μου πείτε, γιατί έβαλα μόνο ένα αβγό και φοβάμαι μήπως δεν βγήκε καλή…
  • Αφού σου είπα, μωρή τσούγδω, πως θ’ αρχίσω δίαιτα από σήμερα, τι φτιάχνεις μηλόπιτες και με κολάζεις; Βαλτή είσαι;
  • Έλα καημένη, μόνο ένα αβγό έβαλα…
  • Τι με τηράς εμένα; Εγώ θα φάω.

Από πού ακούγονται οι γριές; Τι σπαστικές φωνές είναι αυτές;

  • Και ξαφνικά βλέπω η καψερή πως έχω ξεμείνει κι από Βιτάμ! Και τι έκαμα;
  • Άσε, κι εμένα μια φορά που περίμενα μουσαφίρηδες μου χε τελειώσει…
  • Πήρες τηλέφωνο τον Μιχάλη να σου φέρει…
  • Όχι! Τι έβαλα αντί για βούτυρο στη μηλόπιτα; Εδώ σε θέλω.
  • Γάλα!
  • Γιάτρα κει μια έξυπνη! Εσύ γιατί πετάγεσαι βρε; Εσένα ρωτήσαμε κυρά μου; Στην Αφροδίτη μιλάω.
  • Τι; γάλα έβαλες;
  • Αμή, γάλα… Το χα ξανακάμει και βγήκε καλό!
  • Ε, πόσο καλό; Το ίδιο είναι καημένη το βούτυρο και το γάλα; Δεν συγκρίνουνται…
  • Εμ, δεν συγκρίνονται , αλλά αν δεν έχεις βούτυρο τι θα κάμεις; Εκεί σε θέλω, τσούπρα μου.

Δεν καταλάβαινα τι έλεγαν ακριβώς. Κάτι για βούτυρο, για γάλα… και κάτι ξένες λέξεις… Ακουγόταν στο βάθος το ραδιόφωνό μου, ήταν κι ο αέρας που φυσούσε κι έπιανα μόνο φράσεις, αλλά… αλλά μ’ εκνεύριζαν οι φωνές τους. Δε μπορώ να ακούω γριές να μιλάνε. Δε μπορώ… Σκάστε! Σκάστε κωλόγριες, γαμώτο μου…

  • Ποιες είναι αυτές οι μαλακισμένες που ακούγονται εδώ και ώρα να χασκογελάνε και μου τα ‘χουν πρήξει;
  • Ποιες εννοείς;
  • Αυτές! Άκου λίγο…
  • … Κορώνα μου, του λέει , δεν είναι για τα μούτρα σου το κορίτσι αυτό! Άι στον πίσω τον ήλιο, μη σου πω τίποτα χειρότερο!
  • Αποκλείεται να του είπε έτσι…
  • Στον Σταυρό που σου κάμω… Να μη σώσω…
  • Α, η κυρά Ολυμπία είναι με τις φίλες της.
  • Ποια κυρά Ολυμπία;
  • Η κυρά Ολυμπία που μένει πίσω. Δεν την ξέρεις;
  • Που να την ξέρω εγώ την.. κυρά- Ολυμπία; Καμιά κολλητή μου είναι;
  • Μα είναι δυνατόν; Μένει στο σπιτάκι ακριβώς από πίσω μας εδώ και πολλά χρόνια. Δεν την έχει δει ποτέ στο δρόμο;
  • Ξέρω ‘γω; Μια μ’ έναν μεγάλο κότσο είναι;
  • Αυτή , ναι! Δεν την χαιρετάς;
  • Τι με νοιάζει μωρέ; Ποιος τη χέζει;
  • Είναι πολύ καλή γυναίκα… ευγενέστατη …
  • Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να την ξανασυναντήσω… Μόνο ας βγάλει τον σκασμό τώρα, γιατί μου την έχει δώσει στα νεύρα η μαλακισμένη η φλυαρία της…

Όλα τα είχα, μια γεροξεκούτα κουτσομπόλα γειτόνισσα μου έλειπε με τις αργόσχολες κατίνες φίλες της.

  • Κλείστο το γαμημένο το παράθυρο. Κλείστο να μην την ακούω.

Το ήξερα πως είχα γίνει κακότροπος.

Πως ήμουν κακός ασθενής. Ίσως γιατί είχα επίγνωση πως για το υπόλοιπο που μου αναλογούσε στη ζωή, θα ήμουν ασθενής. Είχα έναν θυμό μέσα μου. Η ελπίδα για ζωή, η βαθιά απόφαση να τα καταφέρω όσο βρισκόμουν στο νοσοκομείο, είχε γίνει οργή για όσα άδικα μου συνέβαιναν. Ποτέ δεν είχα πειράξει κανέναν , ποτέ δεν είχα σκοτώσει, δεν είχα κλέψει, δεν είχα πονέσει κάποιον. Τι νόημα είχε εκείνη η προσπάθεια να τα καταφέρω στο κρεβάτι της εντατικής; Γιατί είχα χαρεί που ήμουν ζωντανός; Ποιο θείο δώρο της ζωής; Τότε δεν είχα καμία απολύτως συνειδητότητα. Μα τώρα έχω. Και μισώ τη ζωή μου. Απλώς ακόμα δεν έχω τολμήσει να σκεφτώ πως θ’ απαλλαγώ από αυτήν.

  • Να σου τινάξω ένα λεπτό τα σεντόνια…
  • Ελπίζω να μην ξαναρχίσει πάλι τα ίδια αυτή.
  • Ποια;
  • Αυτή από πίσω.
  • Η κυρά Ολυμπία; Έλα, μωρέ την κακομοίρα… Είναι καλούλα. Έχεις δει πως έχει περιποιημένο τον κήπο της; Μια γλύκα είναι… Να σε ανασηκώσω να τον δεις…
  • Τι να δω δηλαδή;
  • Κάτσε να σου βάλω ένα ακόμα μαξιλάρι να δεις…
  • Δε με νοιάζει τώρα ο κήπος της γριάς…
  • Είναι πολύ ωραίος, περίμενε… όπα… ωραία! Βλέπεις;
  • Αχ…
  • Πόνεσες…
  • Λίγο… εντάξει είμαι… εντάξει…
  • Κοίτα!
  • Τι να κοιτάξω; Ένας κανονικός κήπος είναι, τι ιδιαίτερο έχει;
  • Ε, μα κοίτα τα λουλούδια της. Κοίτα τα τριαντάφυλλα. Κοίτα τις γλαστρούλες της. Τη λεμονιά της.
  • Ποια είναι η λεμονιά;
  • Δεν έχεις δει ποτέ λεμονιά;
  • Άσε με μωρέ με τις βλακείες… Αυτό εδώ μπροστά είναι η λεμονιά;
  • Αυτή είναι! Υπέροχη λεμονιά!
  • Τι το υπέροχο;
  • Δεν βλέπεις;
  • Καλά, φτάνει, δε μπορώ άλλο. Θα μ’ εκνευρίσεις περισσότερο και θα βριστούμε και δε λέει… άσε με.

Το σπίτι της κυρά- Ολυμπίας ήταν μια προσφυγική μονοκατοικία, από εκείνες τις ελάχιστες που έχουν απομείνει στη Νέα Σμύρνη και ζωντάνευαν μια άλλη εποχή. Θυμάμαι να περνάω με το αυτοκίνητο και να σκέφτομαι πόσο κακόμοιροι έμοιαζαν όσοι ζούσαν σε τέτοια παρακατιανά σπίτια. Δεν πρόσφεραν και καμία ιδιαίτερη ασφάλεια. Παράθυρα στο ισόγειο, κάτι ψεύτικες πόρτες, χαμηλά κάγκελα που πηδούσε κανείς με ευκολία. Για τους κλέφτες θα ήταν παιχνιδάκι να μπουν μέσα. Αλλά και τι να τους κλέψεις; Ή γριές θα έμεναν εκεί ή τίποτα φτωχοί μετανάστες που θα τα νοίκιαζαν σχεδόν τσάμπα. Δεν το ήξερα στα σίγουρα, αλλά έτσι φανταζόμουν. Σ’ ένα τέτοιο λοιπόν χαμηλό σπίτι, το μοναδικό που είχε απομείνει στη γειτονιά μας, ζούσε αυτή η πολυλογού ηλικιωμένη γυναίκα. Δε μπορώ ν’ ανακαλέσω στη μνήμη μου την πρόσοψη του σπιτιού. Δεν πρέπει να την πρόσεξα ποτέ, περνώντας βιαστικά μετά την δουλειά, κάνοντας τον γύρο του τετραγώνου , για να βγω στον δικό μας δρόμο και να παρκάρω.

Ακόμα και την πίσω πλευρά με τον μικρό κήπο , δε θυμάμαι ποτέ να έχω κάτσει να την παρατηρήσω. Ουσιαστικά ποτέ δεν είχα δει πραγματικά τι υπάρχει πίσω από το σπίτι μου. Ποιος κατοικεί, που εργάζεται, με ποιους συναντιέται και τι ακριβώς έχει ο κήπος του.

  • Καλώστες , καλώστες…
  • Τι κάνεις , Ολυμπία, γιατί είσαι έτσι;
  • Μ’ έχει ζαβλακώσει ο Νοτιάς…
  • Άστο καλύτερα, να μη σου πω τα δικά μου… Κοίτα τα πόδια μου, τρασκέλια έχουνε γίνει… δε μου χωρεί ούτε η παντόφλα…
  • Βάλτα πάνου στην καρέκλα να ξεκουραστούν… Ξέρω από πρησμένα πόδια εγώ…

Τι; Ξανάρθαν αυτές; Πάλι θ’ αρχίσουν να μιλάνε ακατάπαυστα;

  • Εύκολα τα λένε οι γιατροί… Κόψε το ένα , κόψε το άλλο… κι εγώ μια χαρά ξέρω να λέω «κάνε δίαιτα», «δίαιτα», «δίαιτα», δε χρειάζομαι πτυχία…
  • Και να πέφτει και το πενηντάρικο κάθε φορά!
  • Ε, αφού ξέρεις τι χαραμοφάηδες είναι οι αυτοί…
  • Ναι, αλλά αφού της είπε να χάσει κιλά, δε μπορεί να μου πηγαίνει κει σαπάνου στο μπακάλικο και να παίρνει σοκοφρέτες και μπισκότα…
  • Γιατί σε πείραξα εσένα, σου έκαμα κακό που πήρα δυο σοκολάτες;
  • Μόνο δύο; Αφού γιομάτο είναι το ψυγείο σου…
  • Δεν είναι!
  • Έλα καημένη τώρα, ποιόν κοροϊδεύεις; Η κόρη σου μας τα λέγε ψες…
  • Κι εσύ, χαϊβάνι, το πίστεψες! Έτσι τα λεγε , δήθεν για να με συγκρατήσετε εσείς! Αφού τα ‘χαν συνεννοηθεί με δαύτον…
  • Με ποιόν καλέ;
  • Με τον ζουμπά τον γιατρό!
  • Ναι, άλλη δουλειά δεν είχε ο γιατρός…

Ήταν τέσσερις κυράτσες που κάθονταν σε κάτι λευκές καρέκλες κήπου με πορτοκαλιά μαξιλάρια, γύρω από ένα επίσης λευκό τραπεζάκι που είχε γυαλί στο κέντρο. Νομίζω πως έβλεπα κι έναν δίσκο και κάτι φλιτζάνια. Η μία κάπνιζε. Ή μήπως όχι; Κάπνιζε, κάπνιζε, τσιγάρο ήταν αυτό! Ήμουν ανασηκωμένος αλλά, δε μπορούσα να δω καθαρά, γιατί μπροστά μου υπήρχε ένα δέντρο… αυτή η λεμονιά τελοσπάντων και μου ‘κρυβε τη θέα.

Ήταν και μια κεραμιδόγατα που έγλυφε το πόδι της και έδειχνε να νιώθει πολύ οικεία με τις φωνές των ηλικιωμένων γυναικών.

Είχαμε λοιπόν γάτες στη γειτονιά;

Ποτέ δεν τις είχα προσέξει ούτε αυτές.  Έβλεπα τέσσερις φιγούρες, οι δύο ήταν ακριβώς μπροστά μου, οι άλλες δύο χάνονταν πίσω από τα φύλλα του δέντρου, αλλά μπορούσα να διακρίνω αμυδρά τις κινήσεις τους και να προσδιορίσω από πού έρχονταν οι φωνές τους. Οι κυρά- Ολυμπία, αυτή που καμιά φορά έβλεπα να περπατά σκυφτή με τσάντες από τα ψώνια, είχε περιποιημένα μαλλιά και για την ηλικία της έδειχνε πολύ ζωηρή. Έκανε έντονες κινήσεις με τα χέρια της και σηκωνόταν κάθε λίγο για να μπει μέσα – μάλλον η κουζίνα θα ήταν αυτό το μέσα. Όλο κάτι έφερνε από εκεί. Είχε μία νευρικότητα που όμως πιστεύω πως απολάμβανε. Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που είναι γεννημένες για οικοδέσποινες. Λες κι ο Θεός- ποιος θεός; τελοσπάντων… μην ξαναρχίσω τα ίδια…- είχε αποφασίσει από την αρχή να πλάσει μερικούς ανθρώπους για να γίνουν γκαρσόνια, ταβερνιάρηδες και νοικοκυρές που θα υπηρετούν για όλη τους τη ζωή τους καλεσμένους τους.

Φανταζόμουν την Ολυμπία παιδί, να είναι εκείνη που έφερνε το γλυκό νεραντζάκι τους μουσαφιρέους – ωχ, άρχισα να χρησιμοποιώ τις χωριάτικες λέξεις τους-  των γονιών της , εκείνοι να της λένε μπράβο και να αποφασίζει πως για το υπόλοιπο της ζωής της ήθελε να κάνει αυτό ακριβώς. Να σερβίρει και να πηγαίνει πέρα δώθε, από την κουζίνα στο σαλόνι ή στη βεράντα. Ή στον κήπο με τη λεμονιά.

Η άλλη γυναίκα δίπλα στην κυρά Ολυμπία, έμοιαζε ακόμα πιο μεγάλη, αλλά είχε το τυπικά βαμμένο μαλλί κομμωτηρίου. Το ξανθό τη μάρανε , δυο τρίχες είχε όλες κι όλες πάνω στο κεφάλι της. Ήταν στρουμπουλή, με μεγάλα χέρια – ευτυχώς δεν φαίνονταν οι γάμπες της, αλλά είμαι σίγουρος πως θα ήταν σαν γάμπες ελέφαντα- και σούφρωνε τα χείλη της για να πιει καφέ από το μικροσκοπικό φλιτζάνι. Έβλεπα τη δυσκολία της χωρέσει το υπερτροφικό δάχτυλό της στο χερούλι του φλιτζανιού, αλλά τα κατάφερνε και ρουφούσε μαύρες τζούρες ζεστού ελληνικού καφέ.

Φώναξα – ανάγωγα όπως πάντα – να μου δυναμώσουν το ραδιόφωνο. Δεν ήθελα να τις ακούω άλλο. Ακόμα και κλασσική μουσική θα άντεχα, προκειμένου να μ’ αφήσουν ήσυχο οι γραίουσες.

Το βράδυ έκλαιγα ξανά.

Θυμήθηκα τον πατέρα μου. Μου έλειπε πιο πολύ από ποτέ. Δε μπορούσα να τον φέρω πίσω. Ούτε εκείνον , ούτε εμένα που έτρεχα μικρός στην αγκαλιά του και κυλιόμασταν μαζί στο χαλί του σαλονιού και η μητέρα μου μας μάλωνε να κάτσουμε ήσυχοι, αλλά κάναμε κι οι δυο πως δεν την ακούγαμε και μετά έλεγε «Πλύντε τα χέρια σας κι ελάτε, σερβίρω φαγητό!» και είχε φτιάξει κρέας κοκκινιστό με πατάτες. Και φούρνου και τηγανητές. Διάλεγα πάντα τις τηγανιτές. Μου άρεσε που ήταν κριτσανιστές. Τις έτρωγα και με τα χέρια , αλλά καμιά φορά η μητέρα μου μου έκανε παρατήρηση. Άλλες το ξεχνούσε και με άφηνε να φάω με τα χέρια. Και αφού έτρωγα. περίμενα τρεις ώρες για να χωνέψω – κοιτούσα κάθε δέκα λεπτά το ρολόι και μετά κάθε πέντε και μετά κάθε λεπτό και μετά παρακολουθούσα κάθε κίνηση του δείκτη των δευτερολέπτων- κι έβγαινα έξω για να παίξω ποδόσφαιρο. Δε θα ξαναέπαιζα ποτέ ποδόσφαιρο. Δεν θα ξαναέβλεπε τον μπαμπά μου. Δεν αδημονούσα ποτέ ξανά για κάτι.

  • Είναι φερμένος κι ο Πότης από κάτω;
  • Ήρθαν χθες το βράδυ. Σου έφεραν κι έναν τενεκέ λάδι…
  • Ε, δεν έπρεπε…
  • Αμ δε, πως δεν έπρεπε. Είναι για την κυρά Ολυμπία μου είπε. Τόσους τόνους λάδι βγάλανε στο Λιοτριβειό , να μη σου φέρουνε κι εσένα;
  • Τι να τον κάμω έναν ολόκληρο τενεκέ; Μονάχη μου είμαι εδώ…
  • Δώστο της κόρης σου… Έχει λάδι το τσουπάκι σου ή πάει κι αγοράζει αυτά τα βρωμιάρικα;

Την επόμενη μέρα , ακριβώς την ίδια ώρα ξανάρχισαν.

Ήταν πέντε και μισή το απόγευμα. Κάθονταν και οι τέσσερις στις ίδιες ακριβώς θέσεις. Έβλεπα μόνο τις δύο. Την Ολυμπία και την Αφροδίτη- έτσι έλεγαν τη στρουμπουλή με το υπόξανθο καραφλό βουνό για κεφάλι . Τα πρόσωπα των άλλων δύο παρέμεναν μυστήριο, πίσω απ’ το δέντρο… τη λεμονιά εννοώ.

Έπιναν καφέ από τα ίδια φλιτζάνια και όλες τους οι κουβέντες μου ακούγονταν το ίδιο βαρετές. Παράλληλα με τη λεμονιά, στο τσιμεντένιο τοιχίο που χώριζε την πολυκατοικία μας από το σπιτάκι της, στεκόταν πάλι η ίδια γάτα.

Χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Ήταν ο γιατρός. Είχε έρθει να μου κάνει την ένεση.

  • Με σώσατε , γιατρέ.
  • Τα παραλές , δεν έκανα κάτι φοβερό. Εσύ μόνος σου τα καταφέρνεις… κι έχουμε πολλή δουλειά ακόμα.
  • Δεν εννοώ αυτό. Εννοώ πως με σώσατε από τη μονοτονία μου. Είναι κάτι γριές που μιλάνε συνέχεια εδώ πέρα και μ’ έχουν τρελάνει… Πάλι καλά που ήρθατε για να ξεχαστώ…
  • Γιατί δε βλέπεις τηλεόραση;
  • Όλη μέρα τηλεόραση βλέπω, δεν αντέχω άλλο.
  • Κανένα βιβλίο δοκίμασες να διαβάσεις;
  • Δε θέλω βιβλίο, δε θέλω να σκέφτομαι…
  • Διάβασε κάτι αστείο…
  • Με θλίβουν πιο πολύ τ’ αστεία…

Τις τελευταίες μέρες πονούσα περισσότερο.

Ακόμα κι όταν κατάφερνα να κοιμηθώ, ξυπνούσα από τους πόνους. Και στα όνειρά μου πονούσα. Έβλεπα εφιάλτες, αλλά για πρώτη φορά τα όνειρα δεν ήταν και πολύ χειρότεροι από την πραγματικότητα. Παλιά όταν ξυπνούσα από εφιάλτη, προσπαθούσα αμέσως να με πείσω πως ήταν ένα ψέμα, ένα κατασκεύασμα του μυαλού μου, ένα απλό κακό όνειρο κι έτσι έδιωχνα τον γρήγορα τον επίπλαστο φόβο και ξανακοιμόμουν. Μα τώρα πια δε μπορούσα να τον διώξω. Δεν είχε να πάει πουθενά. Είχε αποφασίσει να εγκατασταθεί μονίμως στη ζωή μου.

  • Γιατί δε της λες κάτι;
  • Αυτό από μικρό δεν ακούει. Κάνει ότι της κατεβάσει η κούτρα της…
  • Τι πα να πει αυτό; Ούτε τη μάνα της δε θ’ ακούσει;
  • Ω, μποοο..Κυρίως τη μάνα της. Φάε κάτι κι εσύ Βάσω μου, χαμένες θα πάνε οι δίπλες…
  • Έχω ογκώσει, δε μπορώ άλλο. Βουτσί θα γίνω…
  • Σιγά, τι έφαγες κι εσύ καημένη; Αέρας είναι…

Βάσω τη λέγανε την τρίτη της παρέας, εκείνη που κρυβόταν πίσω από τη λεμονιά και κάπνιζε. Μου έλειπε μόνο το όνομα της τέταρτης. Και της γάτας. Η οποία γάτα καθόταν ξανά στο ίδιο ακριβώς σημείο από την στιγμή που η παρέα την χούφταλων ξεκινούσε το κουβεντολόι.

  • Δε θα δεις έτσι χαΐρι…
  • Και τι να κάμω;
  • Να της τηλεφωνήσεις. Παιδί σου είναι.
  • Καλά σου λέει , Ολυμπία. Παιδί σου είναι…
  • Τι μου καμώνεσαι κι εσύ την άνετη; Εσύ δεν ήσουνα που σκιαζόσουνα να μιλήσεις στον Πότη;
  • Ό,τι θέλεις λες!
  • Κι εσύ φάε τις δίπλες σου και μη με σκοτίζεις!
  • Μου ‘σταξε και κάτω, φέρε να το μαζέψουμε πριν μαζευτούνε μυρμήγκια!
  • Πέφτουν αβέρτα μη σε μέλει…
  • Φοβόσουνα να μιλήσεις στον γαμπρό σου εσύ;

Ήταν πολύ περίεργες οι γριές.

Έμοιαζαν ν’ απολαμβάνουν τη λογομαχία τους. Αράδιαζαν ονόματα, περιστατικά κι υπονοούμενα και τα πασπάλιζαν με λεπτομέρειες που πίστευα πως είχαν καταλάβει κάθε κομμάτι του εγκεφάλου τους και δεν άφηναν χώρο για τίποτα άλλο σημαντικό.

Δυσκολευόμουν να παρακολουθήσω τη συζήτησή τους. Το παράθυρο έκλεινε και ζητούσα να μου βάλουν πάλι μουσική. Μα κι η μουσική είχε αρχίσει να με κουράζει. Τα αγαπημένα μου τραγούδια τα απέφευγα, μου έφερναν συγκίνηση. Θυμόμουν… κι όταν θυμόμουν, θύμωνα, έκλαιγε, ξεσπούσα. Μα και τ’ άλλα τραγούδια δεν τα άντεχα για πολύ, δε μου άρεσαν.

Έψαχνα στο ραδιόφωνο να βρω κάτι: «Κυρίες και κύριοι, αυτό είναι το τραγούδι της Ελεονόρας Βάις». Ποια είναι αυτή; Δεν μ’ ενδιαφέρει! Δε θέλω.

Γυρίζω σταθμό. «Viva La Vida! Από τους Coldplay!». Τι βίβα λα βίδα και βλακείες! Έτσι που πάω θα μου λασκάρει καμιά βίδα…

Για πρώτη φορά αναγκάστηκα και πρόσεξα τους στίχους σε κάτι λαϊκά σουξεδάκια της εποχής. Ήταν φρικτά. Ούτε καν το γέλιο δε μου προκαλούσαν. Τίποτα δε μου προκαλούσε γέλιο. Θύμωνα με τις κωμωδίες που έβλεπα αναγκαστικά στην τηλεόραση, έμενα αδιάφορος στα θλιβερά νέα του δελτίου ειδήσεων. Κανένα δελτίο δε θ έλεγε πως πριν λίγο καιρό καταστράφηκε η ζωή ενός ανθρώπου, ο οποίος μας βλέπει τώρα κατάκοιτος από το δωμάτιο του και δεν έχει διάθεση να ζήσει. Αλλά και να το έλεγε, ποιος θα ενδιαφερόταν; Τι νόημα θα είχε όλο αυτό; Θα έμπαινα κι εγώ στη σούμα των κατακαημένων, των ανήμπορων, που αντιμετωπίζονται συλλήβδην με τον λεκτικό οίκτο και την προσποιητό μορφασμό συμπάθειας. Τις ήξερα πια αυτές τις ρυτίδες που σχηματίζονται όταν χαμηλώνουν τα φρύδια, κλείνει το στόμα, τα βλέφαρα σκεπάζουν ελαφρά τα μάτια και προετοιμάζουν την εγκέφαλο να στείλει μια στάλα υγρό στους δακρυγόνους αδένες. Δεν ήθελα να με συμπαθεί κανείς. Δεν ήθελα να με ξεχάσουν και συγχρόνως δεν ήθελα να ασχοληθεί κανείς με το χάλι μου.

Το βράδυ είδα στον ύπνο μου τις γριές του κήπου.

Μιλούσαν, μιλούσαν, μιλούσαν… δεν έβαζαν γλώσσα μέσα τους. Είδα και την γάτα που τις παρακολουθούσε. Την είχα λέει και στη δουλειά μου να μας κοιτάζει, ακουμπισμένη στο γραφείο μου- και να γλείφει τα πόδια και τα αχαμνά της την ώρα που κάναμε αναλύσεις με τους – πρώην πια- συνεργάτες μου. Και εκείνη την στιγμή έρχονταν θορυβωδώς απρόσκλητες και οι γριές, μας διέκοπταν και μας έλεγα για μηλόπιτες χωρίς βούτυρο και τενεκέδες λάδι απ το Λιοτριβειό- από ποιο;. Και κάπνιζε και η μία, ενώ απαγορευόταν και είχε γίνει ολόκληρο ζήτημα στο παρελθόν με το τσιγάρο, γιατί είχαν βρει έναν να καπνίζει κρυφά, γιατί βαριόταν να βγει έξω. Κι εγώ ντρεπόμουν, γιατί ήμουν ο μοναδικός που τις γνώριζα. «Δικές σου γειτόνισσες δεν είναι αυτές; Τι τις κουβάλησες εδώ; Πας καλά; Διώξτες τώρα!»  Και πήγαινα να σηκωθώ από την δερμάτινή καρέκλα μου, αλλά δε μπορούσα. Ξαφνικά δεν όριζα τα πόδια μου. Και οι γριές γελούσαν όλο και πιο πολύ και με τα αντιπαθητικά χαχανητά τους με καθήλωναν ακόμα περισσότερο στην καρέκλα μου. Χρησιμοποιούσαν λέξεις ακαταλαβίστικες, αλλά ένιωθα πως ίσως να με κορόιδευαν, πως υπήρχε μια επαρχιώτικη ξιπασμένη ειρωνεία για τον νεαρό που δε μπορούσε να σηκωθεί από την καρέκλα του. «Έλα, έλα , διώξε μας αν μπορείς! Μπορείς; ε; Μπορείς;». Και δε μπορούσα! Δε μπορούσα! Ήμουν κολλημένος πάνω στο μαύρο δέρμα της καρέκλας. Τα πόδια μου έκαιγαν! Ήθελα να φωνάξω, να φωνάξω και να σωθώ! Φώναξα!

Ξύπνησα απότομα.

Φοβισμένος κι ιδρωμένος. Εκείνο το πρώτο μπλε σκούρο φως της ημέρας είχε μπει από την μπαλκονόπορτα. Ήταν έξι παρά. Άκουσα ένα αυτοκίνητο να περνά απ’ έξω. Κάποιος ακόμα, εκτός από μένα, ήταν ξύπνιος σ’ αυτόν τον κόσμο. Μόνο που εκείνους μπορούσε να περπατήσει, να οδηγήσει, να κάνει μπάνιο μόνος του και το Σάββατο το απόγευμα να πάει για καφέ με το κορίτσι του στον πεζόδρομο του Θησείου.

Στις εφτά ακριβώς άρχισε να φωνάζει υστερικά κι εκείνος ο σκύλος, εκείνος που κυνηγούσε τα αυτοκίνητα.

Τα αυτοκίνητα που οδηγούσαν άνθρωποι αγουροξυπνημένοι, που σηκώθηκαν κακόκεφοι από το κρεβάτι, αλλά σηκώθηκαν. Κάποιοι άλλοι δε θα σηκώνονταν ποτέ ξανά.

  • Άστα να πάνε, απόστασα σήμερα…
  • Τι σε πιασε πάλι;
  • Ε, είπα να σαρώσω μέσα και μετά να βάλω χύτρα και θυμήθηκα πως ξέμεινα κι από αλεύρι και δώστου να τρέχω στη μαρκέτα και μετά μου χάλασε η σωλήνα του νεροχύτη και αντί να φωνάξω αυτό τον απίσκιωφο τον Λευτέρη και να του δώκω και είκοσι ευρώ από πάνω, χωρίς να μου πει ούτε καλημέρα, είπα να το φτιάξω μόνη μου…
  • Και τι έκανες;
  • Δώστου μπήχτου τα κατάφερα, δεν βγάνει τώρα υγρασία από κάτου.
  • Μου ‘γινες και υδραυλικός μωρή Ολυμπία;

Την ίδια ώρα, όπως κάθε μέρα, οι γριές μαζεύτηκαν στον κήπο. Εκεί ήταν και η λεμονιά– που να πήγαινε δηλαδή;- που έκρυβε τα πρόσωπα των δύο απαρχαιωμένων συνδαιτυμόνων και φυσικά και η γάτα, που μόλις άκουγε τις φωνές τους αμέσως κινούσε για το τσιμεντένιο τοιχίο  και τις παρακολουθούσε με ευλάβεια μέχρι να νυχτώσει και να μαζευτούν μέσα στο σπίτι.

Ήταν μια κοινή γάτα, χωρίς καμία ιδιαίτερη ομορφιά. Λίγο κανελί, ένα δυο μαύρα σημάδια στο σώμα και στο κεφάλι και το υπόλοιπο λευκό κι αδιάφορο. Θα ‘ταν από εκείνες τις μπάσταρδες γάτες που περικυκλώνουν επιδέξια τους κάδους των σκουπιδιών και μόλις βρουν την ευκαιρία χιμούν πεινασμένες για να ξεσκίσουν τις σακούλες και να ανακαλύψουν ό,τι πιο βρώμικο περίσσεψε στη γειτονιά. Θα ήταν από εκείνες τις αόρατες γάτες που κρύβονται κάτω από τα αυτοκίνητα και κανείς δεν τους κάνει «ψιψιψιψι», από εκείνες που αράζουν αμέριμνες και μόλις ακούσουν τον παραμικρό θόρυβο το βλέμμα τους πλημμυρίζει πανικό και χάνονται από μπροστά σου πριν καν προλάβεις να τους εξηγήσεις πως δε θέλεις το κακό τους- ή δεν το θέλεις τώρα πια, γιατί κάποτε που ήσουν παιδί μια πρόγονός τους έφαγε μια ξεγυρισμένη πετριά στο κεφάλι, αλλά τώρα πέρασαν χρόνια και δεν κυνηγάς γάτες, αν ήταν να ρίξεις πέτρα θα την έριχνες στα ΜΑΤ ή σε κάποιον της κυβέρνησης. Ή δεν θα την έριχνες πουθενά, γιατί δε μπορείς να σηκωθείς από το κρεβάτι σου, να σταθείς στα πόδια σου και να πιάσεις μια πέτρα. Μάλλον δε θα ξανάπιανα ποτέ πέτρα στα χέρια μου. Κοίτα που ξαφνικά μου έλειψε κάτι τέτοιο… Η ανάμνηση της πέτρας. Η αφή της τραχιάς επιφάνειάς της, η δύναμη που αναπτυσσόταν καθώς έφευγε από την παλάμη σου και πετούσε ελεύθερη κι επικίνδυνη προς άγνωστη κατεύθυνση. Ούτε βότσαλο δε θα μπορούσα πια να πετάξω προς τη θάλασσα.

Η γάτα καθόταν σ’ εκείνο το σημείο που έπεφτε ακόμα ελάχιστο τεμπέλικο απογευματινό φως.

Την είχα παρακολουθήσει να κινείται επιδέξια ανάμεσα στα εμπόδια που έβρισκε μπροστά της.

Μια ανάγωγη βέργα που ξεπηδούσε από τον τοίχο – προφανής κακοτεχνία και προχειρότητα του μάστορα , που κανείς δεν πρόκοψε να την διορθώσει. Κανείς; Εγώ θα έπρεπε. Εγώ ζούσα εδώ, ήταν και δικός μου ο τοίχος και ποτέ δεν είχε προσέξει αυτή τη βέργα- μερικά κλαδιά με αγκάθια , ένας τσίγκινο σκέπαστρο και ένα λεπτό κομμάτι τοίχου, που ίσα ίσα την χωρούσε και έπρεπε να το περάσει σαν ατρόμητος ισορροπιστής. Κι αφού με άνεση τα πέρασε όλα αυτά, η γάτα κούρνιασε ευχαριστημένη παράλληλα με την λεμονιά κι άρχισε ν’ απολαμβάνει τις κουβέντες της παρέας με τα ροζιασμένα χέρια , τις εξογκωμένες φλέβες και την ακατανόητη ντοπιολαλιά.

  • Άι στον πίσω τον ήλιο της λέω! Αϊ μωρή μουρχούτα που θα μου πεις εσύ τι να κάμω…
  • Είν’ αυτή μια ρούτα…
  • Δεν έφαγε το μπιρντάχι της μικρή, γι’ αυτό…

Μόνο η γάτα ήξερε απέξω κι ανακατωτά τα κατατόπια του μικρού κήπου μας και του κήπους της κυρά Ολυμπίας. Και μόνο εκείνη έδειχνε να καταλαβαίνει τι ακριβώς συζητούσαν. Εκτός από «νιάου, νιάου» σίγουρα θα μπορούσε να μεταφράσει και τις άγνωστες λέξεις του εκνευριστικού γεροντίστικού διαλόγου. Αλλιώς δε μπορούσε να δικαιολογήσω την απόλυτη αφοσίωσή της στις γριές.

  • Να κλείσω λίγο την μπαλκονόπορτα, γιατρέ να τον εξετάσετε με την ησυχία σας;
  • Ναι , ναι κλείστο, δε θέλω να ακούω τις καρακάξες στον κήπο…
  • Πάλι αυτές σε πειράζουν;
  • Ε, δε μπορώ άλλο, γιατρέ.

Ο γιατρός ερχόταν συνήθως εκείνη την ίδια ώρα το απόγευμα, αφού τελείωνε τη βάρδιά του στο νοσοκομείο- ο φυσιοθεραπευτής ερχόταν τα πρωινά. Μου έκανε ενέσεις και μου ‘δινε κουράγιο.

Ίσως να έκανα μία ακόμα εγχείρηση στην Αμερική, αν μπορούσε να με καλύψει η ασφάλεια της εταιρίας του φορτηγού που με χτύπησε. Αν είχαμε τα χρήματα μπορεί και να ερχόταν κι εδώ ο Σλοβένος γιατρός που δούλευε στη Βοστώνη – πηγαινοερχόταν και στη Λουμπλιάνα- υπήρχε κι αυτή η σκέψη. Για πρώτη φορά μου μίλησε ξεκάθαρα αισιόδοξα. Κρατούσε πάντοτε χαμηλούς τόνους, καταλάβαινε το εύθραυστο της ψυχολογίας μου. Ο χρόνος θα έδειχνε την πορεία μου. Δεν έπαιρνα θάρρος. Δεν ήθελα να την ξαναπατήσω. Αυτή τη φορά δεν θα την άντεχα ξανά τη ματαίωση.

  • Λω θειά , μου λέει, κομμένα τα φαγητά και τα γλυκά. Από δω και πέρα δε θ’ αγοράζεις τίποτα μόνη σου. Κατάλαβες, ο μαυρόψυχος;
  • Έλα καημένη, μην τον βρίζεις τον κακοντέλη…
  • Άσε με κι εσύ…
  • Αφού σου παν να μην τρως σοκολάτες! Τι θέλεις τώρα; Να γίνεις μπράσκα και να πας σκαστή από πίεση και ζάχαρο;
  • Δεν είμαι μπράσκα! Και δεν τρώω πολύ! Κι ούτε έχω πίεση!
  • Τι φαί έφτιαξες σήμερα;
  • Μπλέζες.
  • Σκέτες;
  • Με αγγινάρες.
  • Κι έβαλες στη μουρχούτα και του δωκες να καταλάβει,ε;
  • Έλα σπίτι να δεις , έχει μείνει όλο το φαί στον τέντζερη…
  • Κι έφαγες και σοκολάτα μετά;
  • Μισή. Τοσοδουλάκι.
  • Ε, γιατί να τη φας, εγώ τρώω; Δε σου φτάναν οι μπλέζες;
  • Και γιατί να μη φάω; Δεν κατάλαβα… Δουλεύεις σ’ όλη σου τη ζωή , για να φτάσεις στο τέλος να σε χουγιάζουν για μισή σοκολάτα; Είναι δίκαιο αυτό; Είναι;
  • Αφού δεν κάνει λέμε…
  • Αυτό θέλω να κάμω εγώ! Να τρώω λίγο σοκολάτα! Άμα πεθάνω δε θα τρώω. Θα σας μείνουν καμπόσες , να τις φάτε εσείς όλες.

Είχε δίκιο πάντως η στρουμπουλή κυρά- Αφροδίτη.

Τι νόημα έχει να καταπιέζεσαι μια ζωή; Και να φτάνεις να σαι γέρος- λίγο πριν το μοιραίο- κι ακόμα και τότε να δίνεις μάχη- με νεύρα κι επιχειρήματα- για να φας έστω και λίγη σοκολάτα;

Κι εγώ τι κατάλαβα που με πρόσεχα;

Ένας ανάπηρος είμαι , σ’ ένα κρεβάτι και κάθομαι κι ακούω όλο το απόγευμα τέσσερις ηλικιωμένες γυναίκες να συζητούν για τα πιο ασήμαντα θέματα του κόσμου. Κι όχι μόνο να κάθομαι να τις ακούω, αλλά και να μην καταλαβαίνω τα μισά απ’ όσα λένε. Μα τι γλώσσα είναι αυτή; Ελληνικά μιλάνε; Ανήκουμε στο ίδιο έθνος;

  • Ξέρεις από πού είναι αυτή η κυρά- Ολυμπία;
  • Η κυρία που μένει πίσω;
  • Ναι, αυτή!
  • Γιατί ρωτάς;
  • Για να περάσει η ώρα μου, πριν πάω στα μαθήματα χορού. Έχουμε κλακέτες σήμερα, στο είπα;
  • Νομίζω πως είναι από την Σπάρτη. Ναι… Σπαρτιάτισσα είναι.
  • Κι οι φίλες της;
  • Ποιες φίλες της;
  • Μια… μια Αφροδίτη χοντρή, μια άλλη Βάσω που καπνίζει…
  • Καπνίζει;
  • Ναι, τελοσπάντων…
  • Όχι, δεν τις ξέρω αυτές τις δυο, δεν… Εσύ που τις ξέρεις;
  • Πάμε μαζί για τζόκινγκ στο Άλσος Νέα Σμύρνης…
  • Πάντως η Ολυμπία είναι από ένα χωριό έξω από την Σπάρτη. Κάποτε μου είχε δώσει κι ένα βαζάκι ελιές που είχαν μαζέψει από τα χωράφια της.
  • Έχει παιδιά;
  • Νομίζω δύο. Μια κόρη σίγουρα, που σπούδαζε στη Γαλλία. Α, κι η Ολυμπία έχει ζήσει στη Γαλλία κάποτε. Μιλάει και γαλλικά. Πολύ καλά τα μιλάει….
  • Ελληνικά δεν ξέρω αν μιλάει…
  • Γιατί;
  • Γιατί, την ακούω καμιά φορά και δεν καταλαβαίνω τι λέει…
  • Έ, έτσι είναι αυτές οι γυναίκες. Λένε τα δικά τους , όπως έμαθαν από μικρές στο χωριό.
  • Κι έχει κι άλλο παιδί;
  • Νομίζω κι ένα αγόρι. Έτσι νομίζω… δεν είμαι σίγουρη.

Μου είχαν αγοράσει κι ένα ελαφρύ λάπτοπ, γιατί ο σταθερός υπολογιστής που είχα στο σπίτι ήταν πια άχρηστος για κάποιον στην κατάστασή μου.

Μπήκα κι άρχισα να ψάχνω λέξεις. Λες να υπήρχε τίποτα απ’ όλα αυτά; Για κάτσε να θυμηθώ… Λοιπόν… Α! θυμήθηκα! «Μπλέζες»! Είπε πως έφτιαξε «μπλέζες» με αγκινάρες. Τι να είναι οι «μπλέζες»…; Χμ… Ωπ! Νάτο! Το χει! «Μπλέζες» είναι τα κουκιά. Μάλιστα… Κουκιά λοιπόν… Κάτσε να δεις τι άλλο θυμάμαι… εεε… « Μπάσκα» … όχι, όχι… εεε… «Μπράσκα;», ναι, σωστά «Μπράσκα», νομίζω ήταν… Της είπε πως είχε γίνει σαν μπράσκα… Για να δούμε… Το ‘χει! Το ‘χει πάνω πάνω! «Μπράσκα: είδος χοντρού βραδυκίνητου βατράχου». Χαχά! Την είπε χοντρή, την χοντρή κυρά- Αφροδίτη! Καλό! Ναι, της ταίριαζε! Ήταν σαν χοντρός καραφλός βάτραχος! Χα!Χα!

Είχα μήνες να γελάσω. Έστω και για ένα δευτερόλεπτο να παρασυρθώ σε κάτι ευχάριστο , πέρα από την μελαγχολία μου.

  • Πονάω, πονάω πολύ όταν το κάνεις αυτό…
  • Λογικό είναι… πονάει αυτή η άσκηση το ξέρω…
  • Αχ… σταμάτα , σταμάτα… δεν αντέχω
  • Λίγο ακόμα. Κάνε λίγο υπομονή. Άλλη μια φορά μόνο.

Τα πόδια μου είχαν αδυνατίσει. Δυο ξυλαράκια είχαν μείνει. Το κόκκαλο και μια λευκή μαραζωμένη πέτσα χυμένη από πάνω τους , σαν προχειροτυλιγμένη λαμπάδα για το Πάσχα.

  • Τα χάλια μου έχω σήμερα. Δε με βλέπεις που βγήκα ατσάγκλιτη;
  • Μια χαρά είσαι…

«Ατσάλιτη»; Πως το πε ακριβώς; Το έγραψα, αλλά μου έβγαζε κάτι. Μήπως «Ατσάγκλιτη», κάπως έτσι… για να δω… «Ατσάγκλιτος»! Ατσάγκλιτος είναι ο αχτένιστος. Η κυρά Ολυμπία είπε πως ήταν αχτένιστη! Το βρήκα!

  • Τι σ’ έπιασε η πιλάλα, κάτσε ήσυχη δωχάμο να τα πούμε…
  • Μισό, να φέρω και τον καφέ…

«Πιλάλα», το χει άραγε; Μμμ… «Πιλαλάω»… Πιλαλάω σημαίνει τρέχω… Απίστευτο! Έχω ηλεκτρονική μετάφραση των συνομιλιών τους!

  • Δεν τα πρόλαβες τα παιδιά;
  • Χένανε φύγει αφώτηγα.
  • Ούτε γεια δεν είπανε;
  • Δουλεύουνε ταχιά. Δεν πρόφταιναν…

«Χένανε»;  Αυτό δεν το βρίσκω… Δεν υπάρχει… κάτι δικό τους είναι ή δεν το άκουσα καλά… Τι άλλο είπαν; Α! «Αφώτηγα»… Αφώτηγα… Α, νάτο! «Αφώτηγα, πριν φωτίσει η μέρα, αχάραγα»! Λογικό. Αφώτηγα… μ’ άρεσε αυτό. Ωραία λέξη!

Άρχισα να καταλαβαίνω τι έλεγαν.

Μπορεί τα λόγια τους να μην έκρυβαν κάποιο μεγάλο μυστικό, κάποια ιδιαίτερα χρήσιμη σοφία, αλλά μου άρεσε που μπορούσα και παρακολουθούσα- έστω κι έτσι, με όσες λέξεις έβρισκα στο ίντερνετ – τις καθημερινές συνομιλίες τους. Ήταν σα να μάθαινα μια ξένη γλώσσα. Είχε περάσει καιρός από τότε που έκατσα για τελευταία φορά στα θρανία για να μάθω αγγλικά.

  • Καλώστην Κωστούλα!
  • Άργησα , γιατί ήρθε η Ελένη να με βοηθήσει με τα χειμωνιάτικα και τα έκανε ύβαλα. Κι έφυγα λακόντα για να μη τηνε βρίσω.
  • Έλα, την καψερή…
  • Την άφησα να τινάξει την αντρομίδα… γιατί εγώ δε μπόραγα, πονάει η μέση μου, έχει Νοτιά!

 Κωστούλα! Άκου όνομα!

Κωστούλα λοιπόν λέγανε και την τέταρτη της παρέας. Εκείνη που μέχρι στιγμής δεν είχα δει καθόλου το πρόσωπό της. Που μαζί με την Βάσω ,που κάπνιζε, μου κρύβονταν πίσω από τη λεμονιά. Αλλά σήμερα της έστησα μια παγίδα.

Είχα στρωθεί από νωρίς, με ανασηκωμένο το κρεβάτι και δύο μαξιλάρια στο κεφάλι και περίμενα να τις δω να μπαίνουν. Ήταν περίεργο, γιατί κατάλαβα πως είχαν φτάσει στο σπίτι, μόλις διαπίστωσα πως υπήρχε κινητικότητα στον μικρό άγονο κήπο μας.

Ήταν η γάτα, που είχε αντιληφθεί πριν από μένα τις τέσσερις γυναίκες και με ικανότητα μεγάλου ακροβάτη, κινήθηκε με ακρίβεια προς το τοιχίο που μας χώριζε με τον ανθισμένο κήπο της κυρά Ολυμπίας. Τη στιγμή που διέσχιζε το επικίνδυνο λεπτό κομμάτι τσιμέντου – επικίνδυνο γιατί από κάτω υπήρχε το χάος, έτσι ένιωθα εγώ με την υψοφοβία μου-  μου φάνηκε πως έριξε μια κλεφτή ματιά προς το μπαλκόνι μου και με είδε.

Μου φάνηκε πως με κοίταξε ατάραχη στα μάτια ,σα να ήξερε από πριν πως εκεί μέσα υπήρχε ένας άνθρωπος που εδώ και μέρες παρακολουθούσε και τις γριές κι και την ίδια. Έμοιαζε να με θεωρεί κι εμένα πια κομμάτι της ρούγας – ρούγα, σύμφωνα με την κυρά Ολυμπία και το διαδικτυακό λεξικό ήταν η γειτονιά.

Η λεμονιά βρισκόταν εκεί.

Η γάτα στρογγυλοκάθισε στο σημείο που το φως έγλυφε τον τοίχο.

Κι εγώ είδα τις τέσσερις πριμαντόνες να βγαίνουν ευτυχισμένες από την πόρτα της κουζίνας.

Η Κωστούλα- η νέα μου ανακάλυψη- ήταν μια μικροκαμωμένη γιαγιά, με μεγάλη μύτη και έντονες ρυτίδες, που είχαν χαρακώσει σαν ελιά το μελαχρινό πρόσωπό της. Η Κωστούλα μιλούσε λιγότερο απ’ όλες. Συνήθως αποκρινόταν μονολεκτικά ή επαναλάμβανε ότι είχε ήδη ειπωθεί και της ακουγόταν σωστό. Ήταν η πιο ήσυχη απ’ όλες τις άλλες. Από την αρχηγό και οικοδέσποινα Ολυμπία, την κοιλιόδουλη και τσαχπίνα Αφροδίτη, την ατάραχη και ψεύτρα καπνίστρια Βάσω.

  • Εμένα μου παράγγειλε ο γιατρός να καπνίζω.
  • Εγώ θα πάω στο μέρος , γιατί δε μπορώ ν’ ακούω να λέει πάλι βλακείες η  Βασούλα.
  • Γιατί βλακείες, καημένη;
  • Σου παράγγειλε ο γιατρός να καπνίζεις;
  •  Αμή! Όχι πολλά όμως. Ξίκι από τρία την ημέρα κάμω.
  • Γιατί;
  • Γιατί το τσιγάρο έχει μέσα… νικοτίνη τη λένε…
  • Και κάμει καλό η νικοτίνη; Θέλεις να πέσω τ’ απίστωμα και να χτυπιέμαι καταγής;
  • Είναι σαν ηρεμιστικό μου είπε. Για να μη στενοχωριέμαι…
  • Γιατί να στενοχωριέσαι;
  • Ω, μποοοο, τι λέει; λίγα έχω ‘γω ;

Χτύπησε το κουδούνι. Δεν έδωσα σημασία. Το άκουσα στο βάθος, λες και επρόκειτο για το κουδούνι άλλου σπιτιού. Έτσι κι αλλιώς δε μπορούσα να σηκωθώ ν’ ανοίξω, αυτό δε θα το ξαναέκανα ποτέ πια.

  • Γιατρέ;
  • Καλησπέρα! Τι κάνει ο καλός μου φίλος;
  • Είχαμε σήμερα πει για ένεση;
  • Τετάρτη δεν είναι; Και βέβαια είχαμε πει. Τι έγινε , έχασες τις μέρες;
  • Ξεχάστηκα…
  • Σε βλέπω να γελάς κιόλας… Μπράβο! Φτιάχνει το κέφι μας σιγά σιγά…

Δεν ήθελα να του πω πως χαμογελούσα εξαιτίας της ηλικιωμένης Βάσως , που προσπαθούσε να πείσει πάση θυσία τις άλλες πως ο γιατρός της είχε συνταγογραφήσει τρία με τέσσερα τσιγάρα την ημέρα.

Αν και για να πω την αλήθεια κι εγώ ίσως να ήθελα να καπνίσω. Δεν ήμουν καπνιστής, αλλά ξαφνικά με έπιασε η ανάγκη να νιώσω τον καπνό μέσα μου, στα σωθικά μου, στους πνεύμονές μου, στον ουρανίσκο, όπου μπορούσε να φτάσει. Μπορεί και να είχε δίκιο η γιαγιά πως η νικοτίνη ηρεμεί το νου, πως είναι αντικαταθλιπτικό. Θα μπορούσα να δοκιμάσω και κανένα άλλο , παράνομο τσιγάρο. Αυτό κι αν θα με ηρεμούσε. Αλλά από ποιον να το ζητούσα; Μόνος μου δε θα μπορούσα να πάω και ν’ αγοράσω. Και τι, να ζητούσα από τους δικούς μου να μου πάρουν τσιγαριλίκια;    Ω, θεέ μου… Ούτε χασικλής δε μπορούσα πια να γίνω…

Αυτό που ζήτησα πάντως, ήταν να πουν στο γιατρό να μην ξανάρθει απόγευμα. Προέβαλα κάτι γενικές και αόριστες δικαιολογίες. Έτσι κι αλλιώς ήμουν τόσο σαδιστικά κακότροπος κι εμπαθής στις κουβέντες και τις απαιτήσεις μου , που η μετάθεση του ραντεβού έμοιαζε ως το ελάχιστο του δικαιολογημένου παραλογισμού μου,

  • Να σου φέρω να φας λίγο τσουρέκι;
  • Δε μπορώ να φάω άλλο, έφαγα και το αβγό και τυλώθηκα.
  • Τι έκανες;
  • Τυλώθηκα…. εεε.. έσκασα.
  • Τι  λέξη είναι αυτή; Τυλώθηκα…
  • Κάπου το ‘χα ακούσει,  έτσι μου ‘ρθε… άσχετο…

Όλο και πιο αραιά έβλεπα εφιάλτες.

Μα η μελαγχολία δε μου χε περάσει. Που και που ξανάρχιζα να κλαίω. Και μετά να γελάω, έτσι χωρίς λόγο. Είχα θυμηθεί κάθε λεπτομέρεια των παιδικών μου χρόνων, κάθε πρόσωπο που είχα συναντήσει. Ακόμα και ανθρώπους που είχα δει μία και μόνο φορά. Προσπαθούσα να θυμηθώ καλεσμένους σε πάρτι και γιορτές. Ζευγάρια που χαιρέτισα τυπικά στην αρχή της βραδιάς και δεν τους ξαναμίλησα μέχρι να φύγουν, γιατί πολύ απλά δεν είχαμε τίποτα να πούμε, τίποτα να μοιραστούμε. Παίδευα το μυαλό μου να επαναφέρει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προσώπων. Μερικά δεν ήταν καν καταγεγραμμένα , πρέπει να τα είχα ξεχάσει την ίδια την στιγμή της χειραψίας.

Δεν ξέρω τι σόι παιχνίδι ήταν αυτό που έκανα. «Θυμήσου τους αθύμητους!» – υπάρχει τέτοια λέξη; Ίσως να υπάρχει στο λεξιλόγιο της κυρα Ολυμπίας. Τη φαντάζομαι να το λέει. Και η Αφροδίτη, εκείνη σίγουρα θα μπορούσε να πει μια τέτοια λέξη. Θα μπορούσε να πει κάθε λέξη.

Θυμήθηκα κάτι ξεγυρισμένες οινοποσίες μου, μέχρι τελικής πτώσεως, στη Ρόδο! Ναι, στη Ρόδο! Ε, ρε γλέντια! Κάθε βράδυ ήμουν στουπί. «Δαυλί» στο μεθύσι, που θα ‘λεγε και η Βάσω! Το μεσημέρι, μόλις ξυπνούσαμε, τρώγαμε τον αγλέορα και γινόμασταν νταούλι και μετά το βράδυ πίναμε μέχρι τα χαράματα. Θυμάμαι ένα καταπληκτικό κόκκινο κρασί που είχαν εκεί στο ταβερνάκι που πηγαίναμε, «θεός τουλουμίσιος», όπως θα ‘λεγαν και τα τέσσερα «κορίτσια» του κήπου.

Αυτό το μπαούλο της ανάμνησης, σμιλεμένο από ένα καινούριο υλικό, που συναντούσα για πρώτη φορά, έμοιαζε διαφορετικό, πολύτιμο.

Ήταν οι καινούριες λέξεις – με αυτή την ακατέργαστη χαρά που κουβαλούσαν- που τα έκαναν όλα να μοιάζουν καινούρια. Ξαναζούσα στο θολωμένο κι απογοητευμένο μυαλό μου σκηνές του παρελθόντος, αλλά μου τις περιέγραφα με μια νέα τεχνική. Δεν ήταν απλώς η χοντρούλα Αλεξάνδρα που με χάιδευε κρυφά στο αυτοκίνητο. Ήταν πια η «τσουπωτή» Αλεξάνδρα. Δεν έλεγα πια στον ξυρισμένο με το σκουλαρίκι, σ’ εκείνο το μπαρ στην Ίο, πως θα τον σπάσω στο ξύλο. Του έλεγα πως «θα σου σπάσω τα κατίνια!». Τη συνάδελφό μου την Παναγιώτα, που είχε τον αδερφό τον λογιστή και μου είχε φτιάξει και τη φορολογική δήλωση, δεν τη φώναζα πια από μέσα μου «Παναγιώτα», αλλά «Πανούκω». «Τι κάνεις, Πανούκω μου; Θα πάμε για φαί αποσπερού;» «Αποσπερού» σημαίνει απόψε το βράδυ.  

Κι ενώ όλα αυτά μου άφηναν μια πικρή γεύση, γιατί η ζωή μου είχε αλλάξει ανεπιστρεπτί, εντούτοις είχαν κάτι από αυτή την αυθόρμητη χαρά των τεσσάρων γυναικών, την απαράμιλλη φυσική  ικανότητά τους να μετατρέπουν σε κωμικό στοιχείο καθετί που προέκυπτε. Είχαν αιμορροΐδες, φλεβίτιδες, ζάχαρο και χοληστερίνη, τα γόνατά τους πονούσαν όταν έβαζε νοτιά, τα πόδια τους πρήζονταν, τους απαγόρευαν το φαγητό, τα γλυκίσματα, το κάπνισμα και δεν είχαν πια καμία σαρκική επιθυμία. Καμία ηδονή δεν ήταν επιτρεπτή στην ηλικία τους. Είχαν χάσει πολλούς δικούς τους ανθρώπους- οι περισσότεροι φίλοι είχαν πεθάνει μέσα στα χρόνια, το ίδιο και οι συγγενείς. Πόσους πρέπει να αποχαιρετήσεις μέσα σε εβδομήντα πέντε κι ογδόντα χρόνια ζωής; Σε λίγο καιρό θα πέθαιναν και οι ίδιες, η κλεψύδρα είχε γυρίσει επικίνδυνα κι όμως ακόμα είχαν μια εφηβική ζωτικότητα, μια δίψα να περιποιηθούν η μία την άλλη, να σκαρώσουν ψέματα, να δικαιολογηθούν, να μαγειρέψουν το καλύτερο φαγητό, να σερβίρουν βωμολοχίες κλείνοντας το μάτι, να επικαλεστούν ζωντανούς και νεκρούς, να χαχανίσουν και να τους ακούσει όλη η γειτονιά – η ρούγα εννοώ- ακόμα και ο σακατεμένος νεαρός που ζούσε απέναντι, στο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου κι άνοιγε την μπαλκονόπορτα τα απογεύματα, για να δανειστεί λίγο απ’ το χαμόγελό τους.

  • Μη μου φέρνετε τίποτα εμένα. Εγώ κλειδοστόμιασα εδώ και μέρες.
  • Ούτε τα σοκολατάκια του πρέσβη δεν τρως;

Η κυρά Ολυμπία, αν και η πιο διαχυτική και προσηνής  απ’ όλες, κουβαλούσε έναν καημό.

Δεν ήταν μυστικό- δεν υπήρχαν μυστικά στον Κήπο. Απ’ όσο είχα καταλάβει – γιατί το πρώτο διάστημα δεν ήξερα τις περισσότερες , κομβικής σημασίας, λέξεις- είχε μια κόρη που ζούσε στο εξωτερικό, στο Μονπελιέ της Γαλλίας για την ακρίβεια. Η κυρά Ολυμπία μάλλον δεν ενέκρινε αρχικά τον άνδρα που αποφάσισε να παντρευτεί η θυγατέρα της. Δεν ξέρω περισσότερα για εκείνον. Αν και ήθελα να ρωτήσω, μάλλον θα εκλαμβανόταν ως απρέπεια να πεταχτώ από το διαμέρισμά μου, με το ανοιχτό τζάμι και ρωτήσω «Συγνώμη, κυρία Ολυμπία… επειδή εδώ και πολύ καιρό κάθομαι αναγκαστικά και ακούω τι λέτε, θα μπορούσατε να μου εξηγήσετε κι εμένα τι κακό είχε ο Γάλλος που παντρεύτηκε η κόρη σας κι εσείς τελικά της κόψατε την καλημέρα; Εξηγείστε μου, γιατί οι υπόλοιπες ξέρουν- ακόμα και η γάτα- κι έχω μείνει μόνο εγώ από το ακροατήριο σας που δεν γνωρίζω τα βασικά. Κι αυτό με δυσκολεύει, γιατί πραγματικά στενοχωριέμαι που δεν σας μιλάει το κορίτσι. Και μου φτάνουν οι δικές μου οι έγνοιες και η δική μου άγνωστης προελεύσεως τιμωρία, και δεν θέλω να κουβαλάω κι άλλη αδικία της ζωής. Θα μ’ ενδιέφερε αν μπορούσα να συμμετάσχω πιο ενεργά στην κουβέντα, γνωρίζοντας περισσότερες λεπτομέρειες για το πρόβλημά σας. Σας ευχαριστώ πολύ».

 Εικάζω πως ο γαμπρός της μάλλον δεν ήταν αφρικανός – «χλεμπονιάρη» τον είχε πει εν ανυπόπτω χρόνο. Και «ανεχρόνιαγο»– αυτό ήταν μάλλον βαρύ, σαν πρόχειρη κατάρα.

Δε ξέρω ποιο ήταν ακριβώς το θέμα, αλλά ήταν ξεκάθαρο πως η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ μητέρας και κόρης είχε επιβαρύνει την υγεία της κυρά Ολυμπίας. Όλο και πιο συχνά ανέφερε πόνους στο στέρνο και δύσπνοια. Ίσως βέβαια αυτές οι αναφορές να αποτελούσαν μέρος μια υπερβολικής θεατρικής παρουσίασης του όλου πράγματος – μιας και δε μπορούσε πια να κάνει σκηνή και κόνξες στην ίδια την κόρη της. Την είχα ικανή για τα πάντα.

  • Γιατί με πικραίνει η τσούπρα μου, γιατί, το καμάρι μου…; Γιατί..;
  • Αυτή η ζαρωμαριά η ξαδέρφη σου δεν κάμει τίποτα εκεί πέρα;
  • Είναι μακριά το Μονπελιέ από το Παρίσι. Πώς να πάει; Έχει κι αυτή τα δικά της… άστο Βάσω μου… άστο…

Η μαγνητική είχε δείξει πως ίσως θα έπρεπε να κάνω την εγχείρηση.

Θα με βοηθούσε. Η περίπτωση μου δεν ήταν τελειωμένη. Συνέχισα να παραμένω ψύχραιμος.

Δεν ξέρω πως τα κατάφερνα. Είχα φτιάξει έναν καινούριο εαυτό όλους τους μήνες που ξέμεινα καθηλωμένος σ’ ένα κρεβάτι. Ακόμα κι εκείνα που γνώριζα για μένα τα ξανάβλεπα από μια άλλη σκοπιά.

Είχα για πρώτη φορά χρόνο να σκεφτώ.

Ο χρόνος… αυτός ο χρόνος…Και δε λέω ψέματα, μου έλειπαν οι στιγμές μου, δε μπορούσα να τις φέρω πίσω, κυλούσα στο συναίσθημα και αδυνατούσα να βγω στην επιφάνεια  να πάρω ανάσα. Αλλά σταδιακά μάθαινα μόνος μου- σαν αυτοδίδακτος ορειβάτης- να ανεβαίνω πάνω από το θυμικό και να κατακτώ μικρές απάτητες κορυφές που μου επέτρεπαν να δω από ψηλά τη ζωή μου. Και η θέα ήταν τελείως διαφορετική απ’ ότι είχα μέχρι σήμερα αντικρύσει. Αυτός ήμουν εγώ; Αυτά είχα κάνει εγώ; Χωρίς συναίσθημα, χωρίς να νιώθω πως με αδίκησαν, πως έτσι είναι ο χαρακτήρας μου και τι να κάνουμε… Δε με δικαιολογούσα, δεν με κατηγορούσα, απλώς έβλεπα. Και πηδούσα από κορυφή σε κορυφή για να με δω κι αλλιώς και ξαφνικά ανακάλυπτα κι άλλα πρόσωπά μου. Ήμουν ο βιογράφος μου και σαν τρίτος κοιτούσα με απόσταση τις πράξεις και τις απραξίες μου.

  • Άρχισε να βρέχει…
  • Το βλέπω…
  • Να κλείσω το μπαλκόνι , μη πουντιάσεις;
  • Όχι, σε παρακαλώ, άστο… μ’ αρέσει η βροχή. Έχω την κουβέρτα , δεν κρυώνω. Μου κλείνεις και το ραδιόφωνο αν μπορείς;
  • Και βέβαια να το κλείσω! Να σου πάρω και το λαπτοπ, αγόρι μου, να είσαι πιο άνετα;
  • Ναι, ναι.. καλύτερα. Πάρτο.
  • Κάτσε να σου φέρω και γλυκό που έφτιαξα.
  • Όχι, μη μου φέρεις τίποτα. Ευχαριστώ… θέλω να κάτσω λίγο ήσυχα …
  • Ό,τι θέλεις… Μέσα θα ‘μαι.

Κοιτούσα τη λεμονιά. Είναι αλήθεια πως μέχρι να βρεθώ ακίνητος σ’ αυτό το δωμάτιο ,δεν είχα παρατηρήσει ποτέ τις λεπτομέρειες ενός πράγματος. Ήξερα πως υπήρχαν λεμονιές. Κάθε μεγάλος άνθρωπος ξέρει πως τα λεμόνια βγαίνουν από τις λεμονιές, κατέχει αυτή την πληροφορία και πορεύεται στη ζωή μου με αυτήν τη βεβαιότητα. Αλλά ποτέ δεν είχα σταθεί να προσέξω πως είναι πραγματικά μια λεμονιά. Πως είναι ο κορμός της , πως μπορεί να είναι η υφή του ξύλου της, τι είδους ζουζούνια μπορεί να σκαρφαλώνουν πάνω της, πως είναι τα φύλλα της.

Η βροχή χόρευε πάνω στη λεμονιά και τα φύλλα της είχαν ένα απερίγραπτα όμορφο πράσινο χρώμα. Ήταν το πιο όμορφο πράσινο που είχα δει στη ζωή μου- την παλιά και τη νέα. Δεν έμοιαζε με το πράσινο του πουλόβερ που είχα αγοράσει πέρυσι στη γιορτή μου από το νησί, δεν ήταν σαν το πράσινο που έχει το μαρούλι, το πράσινο της τσόχας, το πράσινο της καινούριας φανέλας του Παναθηναϊκού, το πράσινο των ματιών της Χριστίνας, το πράσινο στα λιβάδια της Ουαλίας, που είχαμε πάει εκδρομή με τη σχολή. Ήταν το πράσινο της λεμονιάς, το πιο πράσινο του κόσμου, το πιο δυνατό, ζωντανό πράσινο του μικρού μου βασιλείου. Αν δε βρισκόμουν εδώ δε θα μπορούσα ποτέ να κάνω αυτές τις σκέψεις, δε θα μ’ ένοιαζαν οι διαφορές στις αποχρώσεις, οι μικρές ελάχιστες αποκλίσεις στην κλίμακα ενός χρώματος, στην ερωτική του σχέση με το φως και το νερό.

 Τα φύλλα της λύγιζαν , παραδομένα πλήρως στις ορέξεις της βροχής. Η λεμονιά δεν είχε πια καμία αντίσταση, ανέπνεε το δώρο που έσταζε ο ουρανός, άπλωνε το κλαδιά της και μάζευε όση ζωή της έστελνε ο Θεός – αυτός ο θεός υπήρχε, υπήρχε, δεν ήταν τιμωρός, απρόσιτος, σκεπτικός και κακεντρεχής, ο ίδιος είχε μεταμορφωθεί σε στάλες και παρηγορούσε πατρικά κάθε πλάσμα αυτού του κόσμου.

Μύρισε το χώμα του κήπου. Κι ήταν αλήθεια. Όχι ένα ποίημα, ένα λογοτέχνημα, μερικές ωραίες λέξεις τοποθετημένες σε αυτοϊκανοποιούμενες φράσεις. Ήταν η πραγματικότητα. Με αφορούσε, ήταν η ζωή μου. Και μέσα απ’ αυτή την χαραμάδα της στιγμής, η ζωή μου ήταν όμορφη. Ξαφνικά. Σαν την πρώτη φορά. Σαν μικρό παιδί που αγαπούσε τη βροχή και μπορούσε να είναι ευτυχισμένο με τα πάντα. Σαν ένα μικρό παιδί που δεν συγκρίνει, δεν έχει πείρα, που δεν λέει… « έχω ζήσει εγώ», «θυμάμαι εκείνη τη βροχή κάποτε», «μοιάζει με μια βροχή που…».

 Ήταν η πρώτη βροχή της ζωής μου.

Ο πρώτος απόλυτος συντονισμός με ό,τι μου είχε δοθεί. Με τη βροχή , με μια λεμονιά, με μια μικρή προσφυγική μονοκατοικία, με τα λουλούδια, το χώμα της, το κρεβάτι μου, την αλουμινένια μπαλκονόπορτα, τα λεπτά λευκά κάγκελα της βεράντας, τους ανθρώπους που είχαν κρυφτεί στα δωμάτιά τους, με την βρεγμένη κεραμιδόγατα, με την ψυχή της κυρίας Ολυμπίας. Η σκέψη είχε σταματήσει. Και ήμασταν Ένα.

  • Je n’ai pas de bonnes nouvelles…
  • Pourquoi? Tu l’ as pas vu? Tu n’ es pas alle chez elle?
  • Mais si!

Ωχ! Γαλλικά μιλάνε; Και τι λένε; Δεν καταλαβαίνω…

  • Elle t’ a parle?
  • Oui, elle etait tres gentille. Pourtant…
  • Pourtant quoi?
  • Ecoutes… peut etre si le temps passe…
  • Dis- moi s’ il te plait, qu’ est-ce qu’ elle t’ a dit?
  • Elle m’ a dit qu’ elle ne veut pas te revoir. Elle veut que tu ne deranges plus sa famille.

Ο κήπος είχε επισκέψεις, νωρίτερα απ’ ότι συνήθως. Η κυρία Ολυμπία μιλούσε με μια άλλη ηλικιωμένη γυναίκα στα γαλλικά. Ήταν λεπτή και καλοβαλμένη, με μια λεπτή καρό ζακέτα και μια μπεζ φούστα. Δεν καταλάβαινα τι έλεγαν. Ποτέ δεν είχα μάθει γαλλικά. Κρίμα, θα με βοηθούσαν τώρα, γιατί ήταν σαφές από το ύφος και τον τόνο της κουβέντας πως κάτι σοβαρό συνέβαινε. Προσπαθούσα να πιάσω κάποιες λέξεις, να οδηγηθώ σε κάποιο νόημα. Η Ολυμπία έδειχνε αναστατωμένη. Πρώτη φορά την έβλεπα έτσι. Έκλαιγε; Μου φάνηκε πως έκλαιγε;

  • Pourquoi? Porquoi  mon enfant me fait ca?!
  • Je t’ en pris, calmes-toi!

Έκλαιγε. Σα να μοιρολογούσε! Είχε συμβεί κάτι κακό; Είχε πάθει κανείς κάτι; Τι να κάνω; Να ρωτήσω; Όχι, όχι, δε μπορώ. Έμεινα εκεί να βλέπω τη γειτόνισσα με τον πανέμορφο κήπο και τη λεμονιά να κλαίει γοερά. Δεν είχα ξανακούσει να βγαίνουν τέτοιοι ήχοι από αυτό τον κήπο. Δεν τον είχα συνηθίσει να μου προκαλεί πόνο. Δεν ήθελα να κλαίει η κυρία Ολυμπία. Μου σπάραζε την καρδιά. Η Γαλλίδα προσπαθούσε μάταια να την ηρεμήσει.

  • Pourquoi ma fille. Pourquoi?
  • Ne fais pas comme ca, s’ il te plait.

Καταλάβαινα το επαναλαμβανόμενο “pourquoi”, το «γιατί».  Ήταν απαρηγόρητη.

Μπήκαν μέσα , για να πάρουν χαρτί και να σκουπίσουν τα δάκρυα της Ολυμπίας. Τις περίμενα , αλλά δεν ξαναβγήκαν έξω.

  • Βρε τον κοντοκλώτση τι μας έκαμε…
  • Τον έχεις δει από κοντά;
  • Όχι, αλλά τι θες να ναι; Κοντοκλώστης θα ναι, όπως όλοι δαύτοι…
  • Δε φταίει, αυτός. Το τσουπάκι μου φταίει. Είναι ξεροκέφαλο σαν τον πατέρα του.

Είχαμε στρωθεί, η γάτα κι εγώ– ο καθένας στο γνωστό σημείο του, εκείνη στο τοιχίο κι εγώ στο κρεβάτι μου με την ανοιχτή μπαλκονόπορτα- κι ανυπομονούσαμε να μάθουμε τι είχε συμβεί στην κυρά Ολυμπία. Μισό λεπτό… τσουπάκι είπε… τσουπάκι… τσουπάκι… δεν το βρίσκω… Ίσως τσούπα ή τσουπί… «Τσουπί»! Νάτο. «Τσουπί» είναι το κοριτσάκι… μάλιστα… α, τι ηλίθιος που είμαι, αφού το ‘χα ξαναψάξει,  πρέπει να τα κάνω επανάληψη, τα έχω ξεχάσει τα πρώτα…

  • Μήπως τα μπέρδεψε αυτή η καρασκούτω η Ζουρλιάν;
  • Ζοζιάν.
  • Ζουρλιάν…
  • Ζοζιάν τη λένε!
  • Ω, μποοο… Η Γαλλίδα τέλοσπάντων, καημένη Ολυμπία!
  • Ε, πέστο σωστά. Ζοζιάν!
  • Ζουρλιάν.
  • Ζοζιάν!
  • Τι ορντινιάστηκες τώρα εσύ να μας μάθεις γαλλικά;   Προτιμώ τα εγγλέζικα.

Μου φαινόταν αστείο που κυρά Ολυμπία , με την έντονη ντοπιολαλιά και την αυθόρμητη συμπεριφορά των χωρικών – έτσι όπως φανταζόμουν εγώ τους χωρικούς, αν και δεν είχα ζήσει ποτέ σε χωριό για να ξέρω- μιλούσε απταίστως γαλλικά και διόρθωνε τις άλλες τρεις που δεν σκάμπαζαν ούτε λέξη. Και μου φαινόταν πως κάποιες γαλλικές λέξεις, φράσεις ή και ονόματα τις έκαναν επίτηδες λάθος για να περιγελάσουν την κατάσταση και τους αντιπαθείς Γάλλους.

Αντιπαθείς γιατί ο γαμπρός της Ολυμπίας ήταν Γάλλος- ίσως ήταν και Ασιάτης που μιλούσε γαλλικά, αυτό δεν το είχα ξεκαθαρίσει, αλλά τον είχαν αναφέρει κι ως κιτρινιάρη- κι εκείνη είχε κάνει στην αρχή το λάθος να μην τον αποδεχτεί. Είχε ήδη τρία παιδιά – τα μούλικα , έτσι τα είχαν πρωτοαναφέρει στον κήπο, αλλά μάλλον πια τα λυπόταν η Ολυμπία, δεν της πήγαινε καρδιά να βρίζει αθώα πιτσιρίκια. Δεν πήγε στον γάμο τους και από τότε η κόρη της έκοψε κάθε δεσμό μαζί της. Η εκδίκηση όμως ήταν υπέρ του δέοντος σκληρή για μια μάνα. Η κυρά- Ολυμπία για πρώτη φορά ήταν πραγματικά σκυθρωπή. Απ’ ότι είχα καταλάβει αυτή η Γαλλίδα που την επισκέφτηκε είχε συναντήσει την κόρη της στο Μονπελιέ και της μετέφερε τα δυσάρεστα μαντάτα. Το «τσουπί» της δεν ήθελε να την ξαναδεί στα μάτια της. Της είχε απαγορεύσει να πάει στη Γαλλία, δεν ήθελε καμία απολύτως επαφή μαζί της.

Ό,τι κι αν έκανε η κυρά Ολυμπία – και την είχα ικανή για μεγάλες σκηνές και φωνές πολλών ντεσιμπέλ- παρέμενε μια καλή γυναίκα και ένιωθα πως ήταν άδικο αυτό που της συνέβαινε. Αλλά τι μπορούσα να κάνω; Να ψάξω το τηλέφωνο της κόρης της; Να παρέμβω στα οικογενειακά τους; Και ποιος ήμουν εγώ; Ο ανάπηρος λαθρακουστής του κήπου; «Ο κύριος Τίποτα, ο κύριος Δεν Σας Ξέρω, Αλλά Παρακολουθώ τη Ζωή σας Εδώ και Μήνες , Γιατί μου Δίνετε κι Εμένα Ζωή;». Δεν ήθελα να συμβεί άλλη αδικία σ’ αυτόν τον κόσμο. Αλλά συνέβαινε. Και θα συνέβαιναν για πάντα- όπως πάντα- χωρίς την έγκριση, την προσοχή και την παρουσία μου.

  • Θα κατέβω στην Πλατεία να σου αγοράσω πιτζάμες.
  • Γιατί να μου πάρεις πιτζάμες, μια χαρά είναι αυτές που έχω.
  • Θα σου πάρω να ‘χεις άλλη μια αλλαξιά για την Αμερική.
  • Από τώρα;
  • Από τώρα! Ξέρεις πως περνάει ο καιρός; Μπορεί να σου πάρω και δύο ζευγάρια. Ή μόνο δύο από κάτω ή… θα δω τι θα βρω…
  • Για εγχείρηση πάω, όχι για τα Καλλιστεία του Μίστερ Πιτζάμα 2012…
  • Ξέρω εγώ. Θα μείνουμε καιρό και θα τις χρειαστείς. Και θα σου πάρω και μια πιο χοντρή , γιατί εκεί έχει κρύα, δεν είναι όπως εδώ…

Παρατηρούσα την ένταση και το φιλότιμο της μητέρας μου καθώς δίπλωνε τα μπλουζάκια μου και μάζευε από κάτω τις κάλτσες μου. Δίπλωσε με φροντίδα και το μπλε φούτερ και το έβαλε στην καρέκλα ακριβώς δίπλα μου , για να μπορώ να το φτάσω και μόνος μου αν τυχόν κρύωνα.

  • Γιατί δεν έχουμε κήπο εμείς;
  • Τι εννοείς;
  • Αυτό που έχουμε κάτω… Αυτό το μικρό, σαν κηπάκι που είναι… γιατί δεν το έχουμε φυτέψει κάτι;
  • …εεε… δεν έτυχε. Είχα βάλει κάποτε μαϊντανό, είχα βάλει δυόσμο, δίπλα μια γλαστρούλα με βασιλικό, για να έχω μυρωδικά για το φαί…
  • Και;
  • Και… μια χαρά. Αλλά κάποια στιγμή τα παράτησα. Είχα πολλά στο κεφάλι μου όταν έφυγε ο πατέρας σου.
  • Κρίμα είναι να κάθεται έτσι …
  • Ναι, είναι κρίμα…
  • Αν επιστρέψω ζωντανός από τη Βοστώνη… κι αν μπορώ να περπατάω, σου ορκίζομαι πως θα τον φτιάξω εγώ τον κήπο.
  • Και βέβαια θα είσαι καλά, αγόρι μου, τι λες; Είμαι σίγουρη.
  • Τότε , αφού είσαι σίγουρη, θα σου φτιάξω τον κήπο. Και θα σου βάλω και μυρωδικά και θα βάλω και λουλούδια. Θέλεις τριαντάφυλλα; Τι θέλεις; Ποια σου αρέσουν πιο πολύ;
  • Όλα μ’ αρέσουν! Όλα!

Η γάτα – ή η κατσούλα ή το κατσούλι – ως γνήσιο αιλουροειδές που μέσα του κυλά ατόφιο αίμα τίγρης της Σουμάτρας και μαύρου πάνθηρα, ελίσσεται ανάμεσα στα φυσικά και τεχνητά εμπόδια της διαδρομής της από τα βάθη του μικρού αγέννητου κήπου μου- που ίσως κάποτε ζωντανέψει κι εκείνος- προς το μεγαλοπρεπές ντουβάρι που μας χώριζε με τον κήπο της κυρίας Ολυμπίας. Μου έριξε μια κλεφτή τιγρίσια ματιά πριν πάρει την τελική της θέση, ακριβώς παράλληλα με την λεμονιά, αφήνοντας μου ανοιχτό το πεδίο του υπόλοιπου κήπου. «Εδώ είμαι!» της είπα από μέσα μου. «Εδώ είμαι και περιμένω την καθιερωμένη συνάντησή μας». «Εδώ βρισκόμαστε όλοι… ή μάλλον… όχι όλοι…»

Η Αφροδίτη έλειπε.

  • Πήγε να ξελογγώσει τον κήπο κι έμεινε εκεί.
  • Λουμπάγκος;
  •  Ναι, μα θε!
  • Ε, αφού της είπαν να μην στομώνεται και να κάμει δίαιτα! Πόσο ν’ αντέξει;
  • Σύγκλινο έτρωγε ψες… Και μετά κι άλλο τάγιο… δε βάνει μυαλό η Αφροδίτη…
  • Εγώ απόστασα να τις τα λέω…

Οι μέρες περνούσαν. Μια μικρή ελπίδα είχα γεννηθεί μέσα μου, αλλά δεν τολμούσα να το παραδεχτώ. Δεν ήθελα να έχω καθόλου πάρε δώσε με τις ελπίδες. Ήταν πλάσματα του μέλλοντος κι εγώ πια είχα μάθει τι σημαίνει παρόν. Είχα αρχίσει να το ανακαλύπτω, να εμβαθύνω, να το αναλύω, να το ζω με κάθε ελάχιστο σημείο της ύπαρξης μου.

  • Να φορτίσω το κινητό σου;
  • Δε με νοιάζει…
  • Να μην το φορτίσω; θα μείνει από μπαταρία;
  • Κάνε ότι θες δε με νοιάζει, αλήθεια. Δεν πρόκειται να με πάρει κανείς τηλέφωνο. Έχεις ακούσει να χτυπάει καθόλου;

Το παράπονό μου, πως όλοι με είχαν ξεχάσει και το τηλέφωνο δεν χτυπούσε ποτέ, είχε γίνει σταδιακά η μεγάλη μου χαρά. Δεν άκουγα πια τον εκνευριστικό του ήχο. Εκείνον που μου προξενούσε αναταραχή και φόβο, γιατί μπορεί να ήταν από τη δουλειά και να είχε συμβεί κάτι κακό, μπορεί να ήταν από την τράπεζα που με έψαχναν γιατί δεν είχα πληρώσει εγκαίρως τη δόση. Εκείνον τον ήχο που μου αποσπούσε συνεχώς την προσοχή.

Ακόμα κι όταν χώρισα από τη Χριστίνα κι αποφάσισα να πάω μόνος μου σε κάποια παραλία για να ζήσω μαζί με το ηλιοβασίλεμα το τέλος ενός μεγάλου ερωτικού πάθους, ακόμα και τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Κάποιος με έψαχνε , κάποιος εισέβαλε ξανά βίαια στη ζωή μου, στην προσπάθεια να ζήσω κάτι δικό μου, εσωτερικό και πολύτιμο για μία και μοναδική στιγμή. Όταν έκλεισα το τηλέφωνο ο ήλιος είχε δύσει, δεν είχα προλάβει να του πω αυτά που ήθελα. Είχα γειωθεί ξανά σ’ αυτόν το σκληρό κόσμο, που δεν χάνει την ευκαιρία να ρουφάει αχόρταγα κάθε τρυφερό κι αιθέριο εαυτό μας. 

Μα, για πρώτη φορά είχα μείνει ακίνητος. Χωρίς να το σχεδιάσω, χωρίς να το προβλέψω.

Κι όταν μένεις ακίνητος, αρχίζεις -μετά το αρχικό σοκ της αλλαγής κινητικής κατάστασης -να παρατηρείς. Να παρατηρείς με προσοχή. Όχι επιπόλαια, βιαστικά κι επιδερμικά. Εστιάζεις σε λεπτομέρειες. Από τι είναι φτιαγμένο αυτό το κουτί; Που να υπάρχει το υλικό του; Γιατί είναι έτσι; Γιατί έχει αυτή την μικρή τρύπα στα πλάγια; Πως σκέφτηκε ο άνθρωπος που το σχεδίασε;  Πως το κατασκεύασαν; Το χρώμα του; Το περιεχόμενό του; Μπορείς να μείνεις ακίνητος για ώρες και να σκέφτεσαι τα πάντα για ένα κουτί. Τα πάντα όμως. Δεν υπάρχει τίποτα να σου αποσπάσει την προσοχή, δεν ξεφεύγει το μυαλό σου. Υπάρχει μόνο το κουτί. Και είναι σαν να το βλέπεις πρώτη φορά. Γιατί ουσιαστικά το βλέπεις πρώτη φορά. Ήταν σαν εκείνη την πρώτη βροχή, την πρώτη φορά που ένιωσα τον ήχο της, τη μουσική της. Ήταν η πρώτη φορά για το καθετί. Ήταν η πρώτη φορά που με συνάντησα. Που κατάλαβα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος που βρίσκεται σήμερα εδώ σε αυτό το κρεβάτι. Ήμουν απολύτως συγκεντρωμένος. Κι όλα αυτά δεν ήταν τίποτα περισπούδαστες τεχνικές- με παράξενες εξωτικές λέξεις να τις περιγράφουν σε βιβλία που κοσμούν βιβλιοθήκες και καριέρες. Έμοιαζε πιο πολύπλοκή η σκέψη μου, αλλά και πιο οικεία , πιο κοντά στα μέτρα μου.

Δεν τα βρήκα κάπου γραμμένα, τοποθετημένα προσεκτικά στο γνωστικό μου πεδίο.

 Όλα απλώς γίνονταν. Απλώς συνέβαιναν. 

Δέθηκα με μια γάτα και μια λεμονιά. Τους μιλούσα. Επικοινωνούσαμε. Κι αυτό ποτέ δε θα γινόταν υπό άλλες συνθήκες. Ποτέ δε θα μ’ ενδιέφερε πραγματικά η ύπαρξη τους. Θα ήμουν ικανοποιημένος γνωρίζοντας πως σ’ αυτόν τον πλανήτη κάπου υπάρχουν λεμονιές και γάτες, μα τίποτα δε θα με αφορούσε άμεσα. Όλα θα έμοιαζαν πολύ μακριά μου. Θα ήταν το αναγκαστικό ντεκόρ αυτού το κόσμου, με το οποίο δεν έβρισκα καμία γειτνίαση, καμία σύνδεση, κανένα ενδιαφέρον.

  • Σου έφερα τον καφέ σου.
  • Ευχαριστώ πολύ!
  • Πάω να ψωνίσω, θέλεις κάτι;
  • Ξέρεις τι έχει γίνει με την κυρία Ολυμπία… αυτήν εδώ πίσω..;
  • Τι έχει γίνει;
  • Τίποτα, απλώς την ακούω κάθε μέρα που συναντιέται με τις φίλες της και… είναι τώρα δυο- τρεις μέρες που δεν ακούω τίποτα από το σπίτι.
  • Ε, καλοκαίρι είναι αγόρι μου. Θα πήγε διακοπές η γυναίκα…
  • Ναι , μπορεί…
  • Στην κόρη της θα πήγε… Στη Γαλλία! Στη Γαλλία μένει η κόρη της, στο Παρίσι!
  • Στο Μονπελιέ!
  • Που;
  • Στο Μονπελιέ!
  • Α…
  • Το είχα ακούσει κατά λάθος μια μέρα που το έλεγε…
  • Ε, εκεί θα πήγε να ξεκουραστεί. Θέλεις κάτι απ’ έξω;
  • Γάλα έχουμε;
  • Θα πάρω, είχε λήξει από χθες, ξεχάστηκα…

Αποκλείεται να πήγε στη Γαλλία. Η κόρη της δεν τη θέλει πίσω. Είναι μια πονεμένη ιστορία, μητέρα, και δε θέλει να στην πω. Θα στεναχωρηθείς, σε ξέρω καλά, είσαι ευσυγκίνητη. Και μετά το ατύχημά μου ακόμα πιο ευάλωτη. Δεν έχει νόημα εξάλλου. Βέβαια να σου πω την αλήθεια, είχα αποφασίσει λίγο πριν φύγουμε για την Βοστώνη, να ψάξω για την κόρη της και να της τηλεφωνήσω. Ή να της στείλω ένα e-mail ή στο facebook, κάπου…-αν την έβρισκα δηλαδή, γιατί δεν ήξερα και πολλά πράγματα για εκείνη. Θα ήταν σίγουρα ένα σοκ που κάποιος άγνωστος θα την εντόπιζε και θα της έλεγε κάτι τόσο προσωπικό. Κανονικά δεν είχα κανένα δικαίωμα να μπλεχτώ στα δικά τους ζητήματα. Αλλά συμπονούσα τη γειτόνισσά μου, τη γυναίκα του κήπου και ήθελα πριν φύγω να τη βοηθήσω. Κι ενώ πήρα με κόπο αυτή την απόφαση ξαφνικά δεν ακούω τίποτα από το σπίτι. Εδώ και τρεις μέρες όλα είναι παράξενα σιωπηλά. Κι η γάτα κι εγώ – κι η λεμονιά- αναρωτιόμαστε. Δεν έχουμε λείψει από κανένα ραντεβού.

Μια βδομάδα αργότερα, ήμουν πεπεισμένος πλέον πως η κυρά Ολυμπία είχε πάει κάπου για διακοπές – ίσως κάπου που να έχει ιαματικά λουτρά, εκεί δεν πηγαίνουν οι ηλικιωμένοι; Πάντως όχι στη Γαλλία. Εκτός κι αν… εκτός κι αν είχε γίνει το θαύμα και τελικά η κόρη της τη δεχόταν πίσω. Γιατί όχι; Πόσο σκληρή θα ήταν αυτή η κοπέλα που να μη δεχόταν την ίδια της τη μάνα που την εκλιπαρούσε για συγχώρεση; Μπορεί και να βρίσκονταν αυτή τη στιγμή μαζί στο σπίτι τους στο Μονπελιέ- μακάρι να είχε κι εκεί κήπο- και η κυρά Ολυμπία να παίζει με τα γλυκές φατσούλες των παιδιών του «χλεμπονιάρη», χαχαχα… και να μιλάει γαλλικά με την Ζοζιάν και την κάθε Ζοζιάν και Ζουρλιάν αυτού του κόσμου. Και η Αφροδίτη, με τη Βάσω και την Κωστούλα να αδημονούν να μάθουν τα νέα στο τηλέφωνο και η κυρία Ολυμπία να τους λέει «Υπομονή , θα σας τα πω όλα από κοντά, τσούπρες… Και να πάρετε την τέστα και να βάλετε λίγο δροσερό νεράκι στο κατσούλι μου». Τέστα είναι ο κουβάς, εκείνος ο αλουμινένιος που είχε δίπλα από τις γλάστρες.

Εκείνη την Παρασκευή το απόγευμα, η λεμονιά , η γάτα κι εγώ είδαμε ξαφνικά έναν μουσάτο άνδρα με γραβάτα να μπαίνει στον κήπο.

Τον ακολούθησε κι ένας δεύτερος. Δεν είπαν κάτι- ή δεν ακούσαμε κάτι. Δεν μίλησαν δυνατά και κακαριστά σαν τα τέσσερα κορίτσια που συναντιούνταν τ’ απογεύματα γύρω από το λευκό τραπεζάκι. Τι ήταν αυτοί οι τύποι; Τι δουλειά είχαν στον κήπο της κυρίας Ολυμπίας; Ενώ κοιτούσαν γύρω γύρω σαν να έψαχναν κάτι, το βλέμμα του ενός στράφηκε προς τα πάνω, προς τον δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας που βρισκόταν ακριβώς απέναντι ,δηλαδή προς εμένα. Έγειρα πίσω, όσο μπορούσα- δε μπορούσα και πολύ, σακατεμένος άνθρωπος ήμουν. Δεν ξέρω αν με είδε. Μάλλον δεν φαίνομαι καλά από εδώ. Ελπίζω δηλαδή. Μέσα σε ένα λεπτό, οι άνδρες είχαν εξαφανιστεί.

  • Είδα κάτι παράξενο πριν από λίγο…
  • Τι έγινε;
  • Είδα δυο αγνώστους, δυο τύπους να περπατάνε στον κήπο της κυρίας Ολυμπίας, εδώ πίσω…
  • Ναι, την κακομοίρα…
  • Τι  την κακομοίρα;
  • Πέθανε.
  • Τι;
  • Πέθανε η καημένη.

Μου κόπηκαν τα πόδια. Ό,τι δηλαδή δεν είχε κοπεί από το ατύχημα.

  • Πέθανε;;; Πέθανε η κυρία Ολυμπία;
  • Δυστυχώς…
  • Πότε;
  • Ε… πάνε μέρες.
  • Τι πάνε μέρες; Πότε είναι η κηδεία;
  • Έγινε η κηδεία. Προχθές. Εδώ τη θάψανε στα Νεκροταφεία πάνω, στη Νέα Σμύρνη.
  • Γιατί δε μου το πες;
  • Τι να σου πως παιδάκι μου;
  • Γιατί…. Πως έγινε ξέρεις;
  • Δε ξέρω, στο φούρνο μου το παν. Είχανε βάλει και το κηδειόχαρτο στην κολώνα. Τη βρήκε μια φίλη της…
  • Ποια απ’ τις τρεις;
  • Ποιες τρεις, δεν ξέρω τι μου λες…
  • Γιατί ρε γαμώτο…; Γιατί;
  • Τόσο πολύ στενοχωρήθηκες;
  • Είχε προβλήματα η γυναίκα… είχε διάφορα…

Το ξέρω, ρε μάνα. Το ξέρω. Πάει η Ολυμπία. Πάει. Είναι άδικο. Είναι πολύ άδικο.

  • Το σπίτι τι θα γίνει, ο κήπος;
  • Ε, δεν ξέρεις τι γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις;
  • Το σπίτι είναι αδερφομοίρια…
  • Τι είναι;
  • Αδερφομοίρια… τελοσπάντων έτσι έλεγε εκείνη… σημαίνει πως είναι μοιρασμένο για τα δυο παιδιά της.
  • Θα το πάρει ο Αγραφιώτης μου παν…
  • Ποιος Αγραφιώτης;
  • Ο εργολάβος, που είναι στη Βενιζέλου, πριν την πλατεία, δεν έχεις δει που…
  • Τι;;; Θα το κάνουν πολυκατοικία;
  • Μάλλον… Που να ξέρω ακριβώς; Αλλά αυτός το θέλει, το ήθελε από παλιά, το ‘χε ζητήσει από την Ολυμπία, αλλά η μακαρίτισσα δεν το ‘δινε. Τώρα όμως… θα ορμήσει. Θα το πάρει, να βγάλει μερικά μικρά διαμερίσματα , για να μπορέσει να τα πουλήσει, αλλιώς άμα είναι μεγάλα που να βρεθούν άνθρωποι να δώσουν τόσα λεφτά… Δεν έχει πια ο κόσμος να πληρώνει δάνεια και σπίτια…
  • Κάνε μου μια χάρη, σε παρακαλώ…
  • Τι χάρη ;
  • Έλα εδώ…
  • Τι;
  • Κοίτα…
  • Τι να κοιτάξω…;
  • Κοίτα αυτή τη λεμονιά στον κήπο της κυρά Ολυμπίας…
  • Ε, την ξέρω τη λεμονιά, εγώ στην έδειξα…
  • Σωστά…
  • Τι με τη λεμονιά;
  • Είναι η πιο ωραία λεμονιά που έχω δει ποτέ. Είναι υπέροχη! Σε παρακαλώ, επειδή δε μπορώ να σηκωθώ στα πόδια μου, βλέπεις σε τι κατάσταση είμαι, σε παρακαλώ πες σ’ αυτό τον Αγραφιώτη αν τον δεις, αν δεις κάποιον εργάτη…
  • Δεν είναι σίγουρο πως θα το πάρει αυτός…
  • Αν σου λέω… αν το πάρει, αν τον δεις, αν, αν, αν…
  • Τι να πω…;
  • Να του πεις να μη βγάλει τη λεμονιά…
  • Θα το πω παιδάκι μου , αλλά…
  • Τι αλλά;
  • Αλλά πως θα χτίσει με τη λεμονιά;
  • Θα με τρελάνεις; Δε βλέπεις; Σχεδόν στον τοίχο μας είναι η λεμονιά, γιατί να την κόψει; Δεν τον εμποδίζει… Κοίτα!
  • Ναι… ναι, δε νομίζω να σκάψει μέχρι εδώ…
  • Όχι, δε μπορεί να σκάψει μέχρι εδώ, πρέπει να αφήσει κενό. Δεν χτίζεις όπου θέλεις! Γι’ αυτό σου λέω… Σε παρακαλώ, σε ξορκίζω… πες του να μην πειράξει τη λεμονιά.
  • Θα το πω. Στο υπόσχομαι. Αφού το θέλεις θα το πω.
  • Πες του πως στο ζητάει ο γιος μου που είναι ανάπηρος…
  • Μη λες τέτοια πράγματα…
  • Πες του το! Δε με νοιάζει! Πες ό,τι πιο συγκινητικό μπορείς, αρκεί να μην αγγίζει το δέντρο. Σε παρακαλώ.
  • Εντάξει θα το κάνω. Θα ‘χω το νου μου.
  • Σ’ ευχαριστώ πολύ. Σ’ ευχαριστώ, ρε μαμά, σ’ ευχαριστώ…

Πίστευα πως θα έβλεπα την κυρία Ολυμπία στον ύπνο μου. Αλλά δεν την είδα.

Κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ ήμουν σίγουρος πως απόψε θα μ’ επισκεπτόταν. Αλλά τίποτα. Απουσίαζε. Είχα ακόμα τη φωνή της. Τις λέξεις της, που είχαν γίνει και δικές μου. Κάτι από αρχαία ελληνικά, κάτι από αρβανίτικα, τούρκικα και ιταλικά. Κάτι δικά της. Και Γαλλικά! Ένας λεκτικός και νοηματικός κόσμος,  μέχρι πρότινος άγνωστος σε μένα. Και με πόση χαρά συναντούσε τις φίλες της! Με τι καμάρι τους κερνούσε καφέ και δίπλες, κουλουράκια και κολοκυθόπιτα με ξινό τραχανά. Και τι να κάνουν τώρα οι τρεις φίλες που απόμειναν εδώ, σ’ αυτόν τον κόσμο χωρίς κήπο, λεμονιά και τα αστεία μάτια της Ολυμπίας τους;

Άκουσα μπουλντόζες το πρωί. Γκρέμιζαν το σπίτι της. Δυο ατσάλινα χτυπήματα και οι τοίχοι κατέρρευσαν. Τόσο απλά και τόσο γρήγορα. 

  • Τους είπες για τη λεμονιά;
  • Τους είπα, τους είπα! Πρωί πρωί! Στον ίδιο τον Αγραφιώτη, του είπα μην την κόψετε τη λεμονιά είναι αμαρτία , δίνει λεμόνια σε όλη τη γειτονιά!
  • Και τι είπε αυτός;
  • Εντάξει είπε. Όλα ok, μου είπε.

Κι όντως, οι λυσσασμένες μηχανές δεν πείραξαν τη λεμονιά.

Το σπίτι είχε ισοπεδωθεί, αλλά ο πίσω κήπος έμοιαζε άθικτος. Αρκετά σκονισμένος, αλλά μάλλον τον είχαν σεβαστεί.

  • Φτιάχνω τις βαλίτσες. Να σου βάλω και το πουκάμισο που είχες πάρει για τον γάμο της ξαδέρφης σου;
  • Τι να τα κάνω τα πουκάμισα εκεί;
  • Τόσον καιρό θα μείνουμε… Μόλις σηκωθείς…
  • Αν σηκωθώ…
  • Μόλις σηκωθείς, θα πρέπει να χεις κι ένα δυο πουκάμισα λίγο πιο καλά. Μπορεί να πάμε για φαγητό κάπου… μετά θα σε βλέπει ο γιατρός… Θα το βάλω κι αυτό και το άλλο με τη λεπτή τη ρίγα που έχεις, που σου πάει πολύ…

Το επόμενο πρωί , «αφώτηγα» ακόμα, ο εκσκαφέας συνέχισε το καταστρεπτικό του έργο. Άκουγα στο βάθος τους βρυχηθμούς του, αλλά δυσκολευόμουν να ξυπνήσω. Μα όταν άνοιξα τα μάτια μου με περίμενε μια (ακόμα) δυσάρεστη έκπληξη.

  • Μαμάααα! Μαμάααα!!!!
  • Τι έγινε;;; Έγινε κάτι;
  • Τι έκαναν στη λεμονιά;;; Τι έκαναν στη λεμονιά;;;
  • Ω, την έκοψαν, ε..; Αφού μου το υποσχέθηκε ο χαζός…
  • Πάει καλά; Αφού του είπες να μην την κόψει!
  • Ε, το πα εγώ και τι έγινε; Απ’ το ένα αυτί μπήκε από το άλλο βγήκε…
  • Γιατί να το κάνει αυτό;;;
  • Κοίτα… έβαλε πίσω τα ξύλα για τις σκαλωσιές. Είναι μικρό το οικόπεδο , δε θα χωρούσε μπροστά…
  • Γιατί;;; ΓΙΑΤΙ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ ΑΓΡΑΦΙΩΤΗ ΕΚΟΨΕΣ ΤΗ ΛΕΜΟΝΙΑ; ΓΙΑΤΙ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ;
  • Μη φωνάζεις , παιδάκι μου, θα σε ακούσουν!
  • ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΑΚΟΥΣΕΙ Ο ΚΑΡΙΟΛΗΣ ΤΟ ΦΩΝΑΖΩ! ΓΑΜΩ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ ΚΩΛΟΕΡΓΟΛΑΒΕ, ΓΙΑΤΙ ΕΚΟΨΕΣ ΤΗ ΛΕΜΟΝΙΑ;
  • Σταμάτα σε παρακαλώ….
  • ΔΕ ΣΟΥ ΕΙΠΑΜΕ ΝΑ ΜΗΝ ΤΗΝ ΚΟΨΕΙΣ ΡΕ ΜΟΥΝΟΠΑΝΟ; ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΕΚΑΝΕΣ ΡΕ ΦΡΑΓΚΟΦΟΝΙΑ; ΓΙΑΤΙ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ; ΓΙΑΤΙ;;;

Η μητέρα μου χλόμιασε κι έτρεξε να κλείσει την μπαλκονόπορτα. Οι εργάτες που έκαναν διάλλειμα για καφέ είχαν γυρίσει προς το μέρος μας και κοιτούσαν απορημένοι.

  • Μου ορκίζεσαι πως του το είπες;
  • Τ’ ορκίζομαι , αγοράκι μου… αλλά αυτοί δεν καταλαβαίνουν… Μη μου συγχύζεσαι σε παρακαλώ, σε παρακαλώ… Όχι τώρα πριν φύγουμε για την εγχείρηση… δε θέλω να μου στεναχωριέσαι… σε παρακαλώ…

Το μυαλό μου είχε θολώσει. Όπως τότε, όταν μου είχε συμβεί το ατύχημα.

Αν μπορούσε να γίνει ένα θαύμα να σηκωθώ να τον χτυπήσω τον αλήτη! Έστω για τρία λεπτά μόνο, μέχρι να κατέβω κάτω να τον περιλάβω… και μετά ας έμενα ξανά παράλυτος… ας έμενα ξανά… δε με νοιάζει…

  • Σε παρακαλώ… σε παρακαλώ… η μανούλα σου σ’ αγαπάει, ηρέμησε γλυκό μου…

Τα μάτια της μητέρας μου είχαν βουρκώσει. Θυμήθηκε εκείνες τις πρώτες μου εκρήξεις στο κρεβάτι του πόνου, που σφάδαζε το σώμα μου και μαζί του η ψυχή μου. Ήταν άδικο αυτό που συνέβαινε και σε κείνη. Δεν έφταιγε σε τίποτα να ταλαιπωρείται από το δύστροπο κακότυχο κατάκοιτο παιδί της και κάθε της ανάσα να έχει κι ένα χτυποκάρδι για αγωνιώδη υπενθύμιση. Ήταν άδικο αυτό που συνέβαινε στη μητέρα μου. Ήταν άδικο που έκοψαν τη λεμονιά. Θα μπορούσε να ζήσει, δεν ενοχλούσε κανέναν. Μόνο χάριζε τους καρπούς της και άφηνε τους ανθρώπους να απολαύσουν το πιο πράσινο χρώμα που έχει φτιαχτεί ποτέ στον κόσμο.

Για τους επόμενους μήνες , το σμπαραλιασμένο μου σώμα μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Εκεί που πάντοτε ήθελα να πάω για να ζήσω, έστω κι ως τουρίστας , τη μεγάλη ζωή. Ονειρευόμουν τη Νέα Υόρκη, το Μαϊάμι και το Λος Άντζελες μέσα σ’ ένα κάμπριο αυτοκίνητο, μαζί με ωραία κορίτσια.

Τελικά βρέθηκα στη Βοστώνη, μέσα σε ένα χειρουργείο, μαζί με πολλά μηχανήματα και σοβαρούς γιατρούς. Μου εξήγησαν ακριβώς τι θα μου έκαναν όλες αυτές τις ώρες στο χειρουργικό κρεβάτι. Μου έδειξαν ακτινογραφίες κι ένα ομοίωμα σπονδυλικής στήλης. Με το μυαλό μου ακολούθησα όλες τις διαδρομές των κομμένων μου νεύρων. Τον αγώνα των σπονδύλων μου ν’ ανταπεξέλθουν. Το σώμα πάλευε. Κι αυτά που μου είπαν οι γιατροί ήταν πολύ συγκεκριμένα, χωρίς κανένα συναίσθημα και συμβατική υποχρέωση παρηγοριάς κι εξεζητημένης ενθάρρυνσης. Κι αυτό μου άρεσε πολύ. Μου έδινε δύναμη.

Την ώρα που φορούσα πάνω στο γυμνό μου κορμί εκείνο την πράσινο ύφασμα, λίγο πριν μπω στο ασανσέρ που οδηγούσε στο χειρουργείο του δεύτερου υπογείου, το μυαλό μου ήταν καθαρό. Δεν είχα φόβο. Δεν φοβόμουν το μέλλον, δεν φοβόμουν κανένα παρελθόν. Βρισκόμουν εκεί. Για πρώτη φορά βρισκόμουν εκεί.

—————————————————————————————————————————-

Όταν άνοιξε η πόρτα του σπιτιού, ένιωσα αμέσως την οικεία θέρμη του νόστου, μόνο και μόνο από τον ήχο που έκανε το κλειδί και η περιδίνηση του στην πόρτα. Μόνο η δική μας κλειδαριά ακουγόταν έτσι.

Επιστροφή στο σπίτι λοιπόν!

Μετά από οκτώ ολόκληρους μήνες περνούσα ξανά το κατώφλι του σπιτιού μας. Όρθιος! Σχεδόν όρθιος! Είχα πετάξει την μία πατερίτσα, μου απόμενε η δεύτερη.

Στήσαμε μια ολόκληρη τελετή όταν κατάφερα να σταθώ μόνο με τη μία! Την έκανα χίλια κομμάτια την άτιμη την πατερίτσα, την πέταξα στο τζάκι και μετά αρχίσαμε το πάρτι! Νοσηλευτές, γιατροί, φυσιοθεραπευτές, η μητέρα μου και οι συγγενείς της που είχαν έρθει από το Τορόντο να μας δουν. Ήταν απίστευτο! Στεκόμουν ξανά στα πόδια μου!

Με ξαναπήραν πίσω στη δουλειά. Ανήκα ακόμα στα άτομα με αναπηρίες και μάλλον βρήκαν κάποια φόρμουλα επιδότησης για να με πληρώνουν.

Σε λίγο καιρό θα μπορούσα να οδηγήσω ξανά αυτοκίνητο. Αυτόματο. Ίσως να αγόραζα ένα, αν και δε μας είχαν μείνει χρήματα. Αλλά θα έβρισκα τον τρόπο, ήμουν σίγουρος για μένα. Μπορούσα πια να πηγαίνω βόλτα στην παραλία, να βγαίνω να φαγητό να εξυπηρετώ μόνος μου τον εαυτό μου, στην τουαλέτα , στο μπάνιο, παντού! Μπορούσα να βγω έξω και να φλερτάρω. Ξαναφλέρταρα. Ναι… χαμογέλασα σε μια κοπέλα και μου χαμογέλασε κι εκείνη. Συνειδητοποίησα πως τον πρώτο καιρό της επιστροφής μου, δεν πρέπει να έμεινα καθόλου στο σπίτι. Ακόμα και σε εκείνους που ήθελαν να με δουν έδινα ραντεβού έξω.

Έξω! Έξω! Η ζωή έτρεχε ξανά πολύ γρήγορα!

Αλλά στάσου… Μισό λεπτό…

Ο κήπος… Ο κήπος… Τι απέγινε ο κήπος της κυρίας Ολυμπίας; Τόσες μέρες και δεν έχω τολμήσει καν να κοιτάξω από την μπαλκονόπορτα του δωματίου μου.

Κουτσαίνοντας πλησίασα το πατζούρι. Κατέβασα την ασφάλεια. Κι άφησα το απογευματινό φως να χυθεί στο χώρο.

Κοίταξα απέναντι.

Εκεί που πια υπήρχε ένα οικόπεδο με πατημένο χώμα.         Ακόμα οικόπεδο.

Και μία γάτα.

Μια γάτα που καθόταν, όπως τότε, στο ίδιο ακριβώς σημείο, σαν να παρακολουθεί τις κουβέντες των τεσσάρων γυναικών.

Έβαλα όλη μου τη δύναμη. Έσφιξα τα δόντια. Πίεσα. Άλλη μία, άλλη μία. Μια ακόμα. Πέταξα την πατερίτσα και κρατιόμουν από τον τοίχο. Έκανα θόρυβο και ίσως να χάραζα το πάτωμα, αλλά δεν είχα άλλο τρόπο. Και τα κατάφερα.

Γύρισα το κρεβάτι ξανά προς τον κήπο.

Δεν ήθελα να την κάνω άλλο να περιμένει.

Γιατί ήταν απόγευμα και με περίμενε.

 Με περίμενε να πάρω κι εγώ τη θέση μου.

Share this post

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Share on email

More to explorer

12. Ο Γύρος Του Κόσμου

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Who Wants To Live Forever | Queen «Θέλω να κάνω τον γύρο του κόσμου», είπε

Read More »

11. Μια Ύποπτη Τσάντα

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Going to A Town | Rufus Wainwright Τον παρακολουθούσα καιρό τώρα. Μπαινόβγαινε καθημερινά στη μεγάλη

Read More »

10. Σκουριάζω

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Phantasmagoria In Two | Tim Buckley Κανείς δε μπορεί να τα βάλει με τον χρόνο.

Read More »

8. Ένα Μικρό Ψέμα

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Day Is Done | Nick Drake Με λένε «Καλά είμαι, δεν έχω τίποτα…». Ναι, αυτό

Read More »

5. Ούτε Ένα Δάκρυ

*προτεινόμενη μουσική για την ανάγνωση της ιστορίας: Nocturne op.37 No1 in G Minor | F.Chopin Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος , με μια

Read More »

© All rights reserved | Made by Elena Kardamitsi